Πέμπτη, 4 Μαΐου 2017

Κίνδυνος για τους καταναλωτές από το αδιέξοδο στα πρατήρια καυσίμων

Οξύνεται διαρκώς η κρίση στα πρατήρια καυσίμων. Τα συνεχή μέτρα επιβάρυνσης των καυσίμων με φόρους, παράλληλα με την αφαίμαξη των εισοδημάτων των καταναλωτών οδήγησαν χιλιάδες από αυτά να κλείσουν.
Σε μια μη επίσημη ανακοίνωση (non paper) από τον κλάδο των εταιρειών πετρελαιοειδών, περιγράφεται ξεκάθαρα το μείζον θέμα της υπερφορολόγησης και της παραβατικότητας στην αγορά.

Ολόκληρο το non paper έχει ως εξής: 


«Ο κλάδος της λιανικής αγοράς καυσίμων ήταν από αυτούς που επλήγη περισσότερο. Οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης (ΕΦΚ) αυξήθηκαν κατακόρυφα με αποτέλεσμα οι τιμές της Ελλάδας να φιγουράρουν πάντα στην πρώτη ακριβότερη πεντάδα ή τριάδα της ΕΕ των 28. Όμως ως προς τις τιμές χωρίς φόρους και δασμούς η Ελλάδα βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις.

Ειδικότερα, η Ελλάδα στη λιανική τιμή της αμόλυβδης – 95, κατέχει την 4η θέση της ακριβότερης τιμής και στο πετρέλαιο κίνησης την 7η θέση της ακριβότερης τιμής. Όσον αφορά τις μέσες λιανικές τιμές της ΕΕ των 28, η Ελλάδα είναι ακριβότερη κατά 10,73% στη βενζίνη και 3,74% στο πετρέλαιο. Αντίθετα, στις τιμές των ίδιων καυσίμων χωρίς φόρους και δασμούς, η Ελλάδα στην αμόλυβδη – 95 κατέχει την 20η θέση σε 28 χώρες και στο πετρέλαιο κίνησης την 26η θέση.

Είναι φανερό ότι η πολιτική αφαίμαξης των καταναλωτών μέσω των καυσίμων έφερε την Ελλάδα να διαθέτει λιανικές τιμές για πλούσια χώρα ενώ χωρίς τους φόρους και τους δασμούς λιανικές τιμές για φτωχή χώρα. Επί πλέον αυξήθηκε ο ΦΠΑ και επιβλήθηκαν δυσθεώρητες ασφαλιστικές εισφορές, τέλη επιτηδεύματος, εισφορά αλληλεγγύης κ.α. Οι ανελαστικές δαπάνες ενός πρατηρίου πλησιάζουν να καλύψουν το 100% των κερδών.

Μετά τη συνδυασμένη εφαρμογή, από 1.1.2017, των μέτρων για τη φορολογία, τις ασφαλιστικές εισφορές, τις ηλεκτρονικές πληρωμές και τις υποχρεωτικές καταβολές φόρου του επόμενου έτους,  τα πρατήρια είναι αδύνατον να επιβιώσουν οικονομικά.

Η παρούσα κατάσταση επιβαρύνεται ακόμα περισσότερο λόγω των εκτεταμένων πληρωμών με κάρτα, για τις οποίες το πρατήριο επιβαρύνεται με ποσοστό τραπεζικής προμήθειας από 0,70% μέχρι και 1,50% επί του τζίρου. Αν υποθέσουμε ότι ο μ.ο. της τραπεζικής προμήθειας είναι 1%, αυτό σημαίνει τεράστια επιβάρυνση για μεικτά κέρδη του πρατηρίου που κυμαίνονται μεταξύ 3% και 4,5%. Κάτω από αυτές τις συνθήκες ένα πρατήριο που διαθέτει αποκλειστικά καύσιμα είναι αδύνατο να επιβιώσει.

Τα στοιχεία της αγοράς του πρώτου 3μήνου δείχνουν πόσο σοβαρή είναι η κατάσταση. Η αγορά έχει πέσει 4,6% στις πωλήσεις αμόλυβδης βενζίνης σε σχέση με το ίδιο διάστημα του 2016. Τεράστια πτώση που οφείλεται στην πρόσφατη αύξηση του ΕΦΚ και του ΦΠΑ, αλλά και στην ευρύτερη αφαίμαξη των νοικοκυριών που αδυνατούν πλέον να ανταπεξέλθουν και φυσικά μειώνουν τις μετακινήσεις τους.

Και οι δυσκολίες εντείνονται διαρκώς. Το νέο αδειολογικό καθεστώς που ισχύει από τέλος του 2016 απαιτεί τεράστιες επενδύσεις από τους πρατηριούχους για να μπορέσουν τα πρατήριά τους να είναι σύννομα. Ενδεικτικά χρειάζεται δημιουργία αντι-εκρηκτικών ζωνών και εγκατάσταση νέου συστήματος ανάκτησης ατμού  που απαιτεί το λιγότερο προσαρμογή ή και αλλαγή αντλιών κτλ. Όλες αυτές οι επενδύσεις ανέρχονται περίπου στις 30-40.000 ευρώ για κάθε πρατήριο. Από πού θα βρεθούν αυτά τα χρήματα όταν δεν μένει καθόλου κέρδος από το πρατήριο;


Είναι βέβαιο ότι πάρα πολλά πρατήρια θα κλείσουν το επόμενο διάστημα.

Και παράλληλα βλέπουμε να εντείνεται ο αθέμιτος ανταγωνισμός και προκαλεί απορία πως στη θέση πρατηρίων που έκλεισαν λόγω έλλειψης κερδών τώρα με ίδιες ή κατώτερες τιμές λειτουργεί ένα νέο πρατήριο. Είναι υποχρέωση της πολιτείας να ελέγξει αυτές τις περιπτώσεις και να διασφαλίσει τον καταναλωτή από νοθεία και κλοπή, αλλά και την αγορά από τον αθέμιτο ανταγωνισμό.

Πρέπει το κράτος να προστατεύσει την αγορά και τους σωστούς επιχειρηματίες. Είναι απαράδεκτο αλυσίδες πρατηρίων άγνωστων συμφερόντων να νομιμοποιούν την παρουσία τους μέσω της αγοράς καυσίμων και τέλος εναπομείναντες επαγγελματίες βενζινοπώλες να προσπαθούν να κρατηθούν σε λειτουργία.

Όλοι οι σωστοί επαγγελματίες του κλάδου των καυσίμων ζητούν από την κυβέρνηση να λάβει μέτρα αλλαγής πολιτικής και μείωσης των βαρών, προκειμένου να προστατευθεί ο κλάδος από τον επικείμενο αφανισμό και από την άλωση της αγοράς από ανεξέλεγκτα συμφέροντα που παραμονεύουν, με όλες τις συνέπειες που θα έχει αυτή η εξέλιξη στην οικονομία, στην κοινωνία και στους καταναλωτές. Και επιτέλους, να πατάξει το λαθρεμπόριο και την παρανομία, όπως έχει υποσχεθεί πολλές φορές χωρίς να το πράξει».
---------------------------------------
Πηγή: Έθνος
---------------------------------------