Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2017

ΖΩΓΡΑΦΙΕΣ ΤΗΣ ΠΑΛΙΑΣ ΝΕΑΠΟΛΗΣ

Ήτανε μεγάλη βδομάδα . Θεοσεβούμενος ο κόσμος . Νήστευε κιόλας . Άμα νηστεύει , όμως , κανείς , όσο να τρώει δε χορταίνει . Σαβούρωνε , λοιπόν με το κρασί . Στύλωνε .

Εκείνες τις ημέρες τόφερε ο διάτανος και είχε ξεπέσει στη Νεάπολη ένας παραμπατός σιδεράς . Μαστόρευε , υνιά , ξυνάρια , πέταλα , κασμάδες , σφυριά , τζαβέτες , περόνια και άλλα σιδερένια μαραφέτια . 

Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2016

Μια παραμονή Πρωτοχρονιάς

Έβρεχε ο Θεός εκείνη την παραμονή της Πρωτοχρονιάς στο χωριό με το τουλούμι. Είχαν ανοίξει οι εφτά ουρανοί κι η γη ρουφούσε αχόρταγα το νερό ύστερα από τόση αναβροχιά. Είχαν να δουν βροχή από τα τέλη του Γενάρη ως τις 31 του Δεκέμβρη του 2050, όπως έγραφε το ημερολόγιο στον τοίχο του φτωχικού σπιτιού δίπλα στη τσιμιά.


Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2016

Ψάχνοντας τον Άγιο Βασίλη…

Είχα λίγες ημέρες ακόμα για να γράψω μια χριστουγεννιάτικη ιστορία. Από την αρχή που άκουσα τα νέα για το άρθρο που μου ανατέθηκε ένιωσα πολύ περίεργα. Ένιωσα ότι δεν ήμουν ο κατάλληλος για να το κάνει. Είχαν περάσει αρκετά χρόνια από την τελευταία φορά που είχα μπει στο πνεύμα των Χριστουγέννων.


Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2015

Παραμονὴ Χριστούγεννα

Κρύο τάντανο ἔκανε, παραμονὴ Χριστούγεννα. Ὁ ἀγέρας σὰ νά ῾τανε κρύα φωτιὰ κι ἔκαιγε. Μὰ ὁ κόσμος ἤτανε χαρούμενος, γεμάτος κέφι. Εἶχε βραδιάσει κι ἀνάψανε τὰ φανάρια μὲ τὸ πετρόλαδο. Τὰ μαγαζιὰ στὸ τσαρσὶ φεγγοβολούσανε, γεμάτα ἀπ᾿ ὅλα τὰ καλά. Ὁ κόσμος μπαινόβγαινε καὶ ψώνιζε· ἀπὸ τό ῾να τὸ μαγαζὶ ἔβγαινε, στ᾿ ἄλλο ἔμπαινε. Κι ὅλοι χαιρετιόντανε καὶ κουβεντιάζανε μὲ γέλια, μὲ χαρές.

  

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2015

Μια .. Διαφορετική Πρωτοχρονιάτικη Ιστορία...... {¨Ενα πρωτοχρονιάτικο διήγημα του Αντώνη Λαμπρινίδη}

Ο μικρός με το μπαλωμμένο κοντό παντελονάκι χαμήλωσε στο φυτίλι της γκαζόλαμπας που σιγόφεγγε και τυλίχτηκε στο παλιό κιλίμι προσπαθώντας να ξεχάσει το κρύο που ένοιωθε.

Χώνοντας το κεφάλι κάτω από το σκέπασμα έχωσε το χέρι του στην τσέπη του παντελονιού του και άρχισε να μετράει μιά-μία τις δεκάρες που είχε μαζέψει το πρωϊ στα κάλαντα και τις είχε κρύψει από την μάνα του για να μπορέσει να μαζέψει το τίμημα για εκείνη την μπάλα την κόκκινη που έβλεπε στο μαγαζάκι του κυρ-Βασίλη στην πλατεία....