Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

Ξενολαός στο Μέγα Λαγκάδι....

Xριστουγεννιάτικο διήγημα του Κυθήριου λογοτέχνη Γιώργη Κασιμάτη-Δρυμωνιάτη

Βρε εκείνη τη νύχτα, την αγία μεν, αλλά με τα των ανθρώπων πάντα συνδεδεμένη, την σκοτεινή και ασέληνο εκείνη νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων, που οι υποχρεώσεις των θνητών είναι αυξημένες έναντι του αθανάτου, ο θυμός της σιχαμένης της Τραμουντάνας δεν έλεγε να κοπάσει. 


Και το κρύο το ερχόμενο στη μοναχική νήσο από τις κορυφές του παγωμένου Πάρνωνος, φερόμενο επί των ισχυρών ριπών του ανέμου, τσουρούφλιζε τους τρυφερούς βλαστούς των δέντρων και δεν άφηνε τις μυτούλες των παιδιών να ξεπροβάλουν από τα σπίτια, μα ούτε και των μεγαλύτερων, που δυσκολεύονταν πολύ να εγκαταλείψουν μέσα στη νύχτα τις κλίνες για να ταξιδέψουν επί μίαν και πλέον ώρα επί των αβασταγών τους εποχούμενοι , ώστε να φτάσουν εγκαίρως στο μοναστήρι της Μυρτιδιώτισσας, που εκεί θα λειτουργιόντουσαν φέτος, τιμώντας την γέννηση του Χριστού.

-Μωρέ δεν σας τα ‘λεγα από ψες , έλεγε η κυρα- Φωτεινή, που είχεν έρθει να την πάρουν κι εκείνην με το μουλάρι τους , γιατί εκείνη ούτε όνον δεν είχε, η παντέρημη, ούτε πόδια δύο ολόκληρα δεν είχε, καθώς η κακή της τύχη είχε φροντίσει να της κοντύνει το ένα της πόδι η πολιομυελίτιδα , σε παιδική ηλικία όταν ήταν ακόμη.

-Μας τα έλεγες, θεία Φωτεινή, μπας και δεν τα βλέπαμε κι από μοναχοί μας, της απάντησε ο σπιτονοικοκύρης , ο Παναγής. Αλλά κι ίντα να κάμομε μαθές; Αλειτούργητοι να μείνομε Χριστογεννιάτικα;

-Τσι βλεπα εγώ, τσι κοκκινοκώληδες, από τσι τρεις τ’ απόγεμα ψάχνανε να σταλίξουνε στα χαλάσματα. Ίντα πάει να πει αυτοδά; Πως θα περίσσευε η τραβάγια πάει να πει. Και εντοέ…ινταλώς θα σώσουμε μωρέ Παναγή ‘κεια πίσω, μπορείς να μου πεις;

-Θα σώσουμε, θεία. Θέλεις; Δεν θέλεις να πας; Ε, άμα θέλεις, μπορείς. Αυτό μου έμαθαν στο σχολείο.

-Δεν ξέρω ίντα σε μάθανε στο σχολείο, παρά εγώ ξέρω πως ένα σωρό που θέλω, δεν τα μπορώ, σιγά μην τα κατέουνε όλα στα σχολεία.

Ο παππούς τού σπιτιού, ο σεβάσμιος της οικογένειας, ο παπα- Γιώργης, ο Καρτσούρης, εβδομήντα δύο χρόνων πια , είχε πάψει μεν να έχει ενορία, αλλ’ όμως ούτε στου πιο άγνωστου αγίου την εορτή δεν παρέλειπε να παραβρεθεί, εφόσον επί της νήσου υπήρχε εκκλησία λαμπρή ή ταπεινό εξωκκλήσι προς τιμήν του.

Βεβαίως δεν γινόταν να μην παραβρεθεί Χριστουγεννιάτικα στην λειτουργία. Από κοιλίας μητρός έως σήμερα, ποτέ δεν είχε λείψει Χριστούγεννα από την εκκλησία. Είχε κάτσει ανακούρκουδα στο κρεβάτι, με το μακρύ λευκό μάλλινο σώβρακό του ως τους αστραγάλους κι είχε τραβήξει το λαμαρινένιο μαγκάλι ανάμεσα στα πόδια του για να διατηρήσει τη ζεστασιά του κρεβατιού και να προλάβει να ντυθεί τα καλά του ράσα πριν παγώσει. Όπως είχε σκύψει και φόραγε τις κάλτσες του, άκουσε τη συζήτηση του γιου του με τη θεία Φωτεινή.

-Μωρέ Φωτεινιώ, δίκιο έχεις μπρε. Τόσα χρόνια θέλεις άντρα κι ακόμα δεν μπόρεσες να τονε βρεις, της πέταξε με μια διάθεση αστεϊσμού, ξέροντας πως η Φωτεινή, όσα είχε χάσει σε σώμα, τα είχε κερδίσει σε ψυχή και πως, σαν όλους τους καλοκάγαθους ανθρώπους, της άρεσαν τα αστεία και τα πειράγματα και πως ακόμη, η εξηκοντούτις πλέον αγαθή θηλυκή ψυχή, δεν δείλιαζε να τα δεχτεί και με ευστροφία πάντα τα ανταπέδιδε δεόντως.

- Εμπόρεσα και καλομπόρεσα δαδά τελευταία, αλλά δεν το έχω πει ούτε του παπά, παπά μου, του πέταξε. Ασήκου μωρέ γλήγορα από το κρεβάτι, που με κολάζεις πρωί-πρωί. Έχομε δρόμο να κάμομε κι η τραβάγια όλο και περισσεύει. Κάμετε γλήγορα, σασε λέω, σε λίγο θα ρίχνει παπάδες. Τονέ πάει για σύβροχο, σασε λέω.

Η κυρά παπαδιά, η Μαρία, ήτανε χωμένη στην κουζίνα κι ετοίμαζε την κουμπάνια της, να γεμίσει το πουλάτο , το καλό, το πανηγυριώτικο τράιστρό της, για να κάτσουνε να κολατσίσουνε στο ηγουμενείο μόλις απολειτουργήσει. Χριστόψωμο μυριστικό, λαδοπαξίμαδα δίπυρα, μελομακάρονα βέβαια και κουραμπιέδες λευκούς σαν το χιόνι, μα και τυρί από κείνο που φύλασσε στο λάδι και κρασί ένα μισομπούκαλο, από το κόκκινο, που σε ανάβει μέσα , όταν έξω κάνει κρύο. Όλα τα είχε σενιάρει και τα είχε έτοιμα.

-Βάλε και καμία καραμέλα για τα παιδία, μάνα, της φώναξε η νύφη της, η Ερήνη.

-Δεν θέλουνε καραμέλες. Να φάνε μελομακάρονα και κουραμπιέδες, καμωμένα από τα χεράκια μας, όχι αηδίες.

Στις τρεις τα ξημερώματα κι ενώ τον είχε γυρίσει στο μαΐστρο κι η παγωνιά τώρα κατηφόριζε από τις καμαρωτές κορυφές του Ταϋγέτου προς την απέναντι νήσο, ένα καραβάνι δώδεκα περίπου γαϊδουράκων κι ενός ημίονου που θα κουβάλαγαν είκοσι προσκυνητές στο Μοναστήρι της Παναγίας, αφού μαζεύτηκαν κι άλλοι χωριανοί στην παρέα, ήταν στα τελευταία σπίτια του Δρυμώνα και, κάτω από άγριες καιρικές συνθήκες , ξεκίναγε την πορεία του προς το καθήκον.

Ένα καθήκον ιερό, έτσι όπως το εννοούσαν οι αγράμματοι και ταπεινοί εκείνοι άνθρωποι, που δεν είχαν άλλες καταφυγές στο απομονωμένο νησί που ζούσαν, πλην εκείνης προς τη Θεότητα. Τη Θεότητα, που δεν την γνώριζαν κατά πρόσωπο μεν, αλλά την φαντάζονταν όπως την απαιτούσαν οι ανάγκες.

-Πάμε να βρούμε το Θεό, Γιωργάκη, είπε η Θεία Φωτεινή , στον οκταετή γιό του Παναγή, που κουκουλωμένος με πανωφόρι, με μποξά, με τη σουρτούκα του πατέρα του, σαν κρεμμύδι Βατικιώτικο, καθόταν στην καπούλα του αβασταγού που κουβάλαγε τη θεία.

-Μα ίντα είναι ο Θεός θεία; Για ίντα δεν μπορώ να τον ιδώ; ρώτησε αφελώς ο μικρός.

-Γιατί είναι σαν την ψυχή ο Θεός , Γιώργη μου. Έχεις δει την ψυχή σου ποτέ ή κανενού αλλονού;

-Τη δική σου την έχω δει, θεία κι είναι καλή. Αν ήσουνα εσύ ο Θεός, δεν θα μαργώναμε για να σώσουμε στα Μερτίδια σήμερα, είπε τουρτουρίζοντας ο μικρός.

Ο πατέρας του τον μάλωσε. Κι ο παππούς επενέβη κι εκείνος.

-Τις δυσκολίες μάς τις στέρνει ο Θεός, για να μας δοκιμάσει πόσο τον αγαπάμε από την μία και για να μας κάμει ν’ αντέχουμε από την άλλη , Γιώργη μου, του είπε.

Το καραβάνι προχωρούσε καλά, παρά τις αντίξοες συνθήκες. Είχαν περάσει το σώχωρο του Βενέρη κι έβλεπαν πια μπροστά τους τις Καλοκαιρινές και τον όγκο του βουνού, του Μερμηγκαριού πίσω από αυτές. Θα πέρναγαν από το χωριό και θα έστριβαν αριστερά μετά , να κατηφορίσουν προς τα πηγάδια του Κακλαμάνη κι από εκεί, περνώντας πια την Τρύπια Πέτρα, δεν θα ήθελαν περισσότερο από μισή ώρα για να φτάσουν στο μοναστήρι. Αλλά η κακοσύνη του καιρού όλο και περίσσευε.

Το σκοτάδι είχε γίνει αδιαπέραστο. Ο αέρας ήταν τόσο δυνατός, που με δυσκολία κρατιόνταν πάνω στα σαμάρια. Όταν έφτασαν στο χωριό, τις Καλοκαιρινές , τις βρήκαν τόσο χειμωνιάτικες, που και το όνομά τους τούς φαινόταν αστείο, υπό αυτές τις συνθήκες. Παρακαλούσαν όλοι κρυφά, να μην πιάσει βροχή, γιατί , με τόσο δυνατό αέρα, θα ήταν αδύνατο ν’ ανοίξουν ομπρέλες.
Σιωπή επικρατούσε από όλους, εν αναμονή ενός αίσιου τέλους στο νυχτερινό, παράτολμο, μα αναγκαίο ταξίδι τους.


Ξαφνικά, μες στην σκοτεινιά, μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον το γεμάτο ανθρώπους, μα που ήταν χωρίς να έχουν ζωή και φωνή, μες στην αγωνία και στο φόβο έναντι των στοιχείων της φύσης καθώς ήσαν εγκλεισμένοι, μια γυναικεία φωνή ακούστηκε να τραγουδάει απαλά και όμορφα. Μια μαντινάδα έβγαινε από γυναικεία χείλη, σε σκοπό μεσαρίτικο, γλυκιά , τρυφερή, παρακαλετή μαντινάδα.

Αμάν, αμάν…
Κάμε μας, Παναγία μου ,
κάμε μας, Παναγία μου, απόψε να μη βρέξει
και θα σου ρθω κωλοσυρτή, άμα καλοκαιρέψει.

Αμάν, αμάν,
Βόηθα μας στο ταξίδι μας
βόηθα μας στο ταξίδι μας, μουσκίδι μη γενούμε,
κάμε να μην μαργώσουμε, για να σε προσκυνούμε.


Ω, ποία ψυχή η θεία Φωτεινή! Τραγούδαγε μέσα στην καταιγίδα , κάτω από το βάρος τού σκοταδιού είχε δύναμη και σκάρωσε μαντινάδες , για να διώξει την ανησυχία από τους άλλους γύρω της.

-Καλά σε λένε Φωτεινή, ακούστηκε ο παπα-Γιώργης. Είσαι φως μέσα στο έρεβος εσύ!

-Καλά που δεν με λένε Σκοτεινή δηλαδής, παπά; Θα ξιποσέρνατε .

Γελάσανε όλοι κι ήσαν χαρούμενοι καθώς πέρναγαν ήδη την Τρύπια Πέτρα. Δεν ήθελαν πολύ πια για να φτάσουν. Μισή ώρα, τι είναι μισή ώρα;;

Και όμως. Η μισή ώρα είναι πολύ μακρύς χρόνος, όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά. Και το ένα τέταρτο της ώρας και το ένα λεπτό και το ένα δευτερόλεπτο ίσως.


Και δεν χρειάστηκε ούτε ένα δευτερόλεπτο, περνώντας την Τρύπια Πέτρα, να πεταχτεί ένα νυχτοπούλι από το πλάι του δρόμου και να τρομάξει του γαϊδουράκο που κουβάλαγε τη θεία Φωτεινή και τον μικρό Γιώργη και πήγαινε πρώτος στο καραβάνι. Χοροπήδησε απότομα αυτός και τους έριξε μάκρου-ξάπλου και τους δύο χάμω. Μετά βίας συγκράτησαν οι άλλοι τα ζωντανά τους να μην τρομάξουν και να μην τους λιχνίσουν κι αυτά.

Ο μικρός, έτσι που ήταν τυλιγμένος σε δέκα ρούχα κι ως μικρό παιδί επίσης, δεν έπαθε τίποτα. Αλλά η δύσμοιρη, η θεία Φωτεινή, που καλά –καλά δεν είχε αποτελειώσει τη μαντινάδα της ακόμα, φαινόταν να έχει σπάσει το πόδι της το κουτσό. Την σήκωσαν στα χέρια οι άντρες, μα αδυνατούσε να πατήσει τα πόδια της. Και τι να κάνουν τώρα, που ο κατακλυσμός κρεμόταν πάνω από τα κεφάλια τους; Την σήκωσαν και την έβαλαν σε ένα άλλο ζώο και η ζωή συνεχίστηκε.

Το ταξίδι πρέπει να ευοδωθεί στη ζωή μας, και με σπασμένο πόδι, πρέπει να ευοδωθεί. Και με χαμένα όνειρα και με μισό σώμα, πρέπει να πασχίσουμε να ευοδωθεί.

Από τη μεριά του Ταϋγέτου η καταιγίδα ερχόταν ακάθεκτη. Αστραπές απανωτές είχαν κάμει τον νυχτερινό Ουρανό, σαν ημερήσιο. Βροντές ταρακουνούσαν το σύμπαν. Ψιχάλες είχαν αρχίσει να πέφτουν. Κι η Φωτεινή δεν τραγούδαγε πια, βόγκαγε τώρα η καημένη.

Ευτυχώς λίγος δρόμος είχε μείνει πια. Είχαν περάσει το σταυρό στο πρόβγαλμα κι είχαν φτάσει στην τελευταία στροφή πριν το μοναστήρι, στη στροφή του Δεσπότη τη λεγόμενη, ένεκα που κάποτε είχε πέσει στο φούντο με το κάρο του εκεί ένας παλιός Δεσπότης.

Με το που ξεπεζεύανε έξω από το μοναστήρι, ο ουρανός άνοιξε όλους τους κρουνούς του. Καταρρακτώδης η βροχή, ψιχάλες γιγάντιες άρχισαν να πέφτουν και το αστραποβρόντι απειλούσε το υψηλό καμπαναριό με κεραυνούς. Κατέβασαν γρήγορα τη Φωτεινή από το ζώο και τρύπωσαν στα κελιά. Οι άντρες έκλεισαν τα ζώα στους σταύλους κι έτρεξαν κι αυτοί να απαγκιάσουν. Όλοι τους έπιασαν να περιποιηθούν το πονεμένο πόδι της θείας Φωτεινής. Μάλλον είχε γλιτώσει το σπάσιμο, αλλά το στραμπούληγμα όχι. Πόναγε πολύ κι ακόμα πιο πολύ , έτσι καθώς ήταν παγωμένο. Αλλά εκείνη, η φοβερή, δεν το έβαζε κάτω.

-Απαρατάτε , μωρέ σεις τα κανακέματα. Μία ζωή κουτσαίνω, σήμερα, ανήμερα Χριστούγεννα, θα τα βάλω κάτω; Πααίνομε στην εκκλησία.

Σηκώθηκε όρθια η μικροκαμωμένη εκείνη γυναίκα με την τεράστια ψυχή και μπήκε μπροστά στην κουστωδία των προσκυνητών.

Ο μικρός Γιωργάκης την κράταγε από το χέρι και πήγαιναν προς το ναό.

-Θεία Φωτεινή, εσύ είσαι απόψε ο Θεός, της είπε.

Το Καθολικό, η μικρή σκοτεινή και υποβλητική αρχαία εκκλησία, που βρίσκεται κάτω από το μεγαλοπρεπή σημερινό ναό, είχε τις δόξες του εκείνο το πρωινό των Χριστουγέννων. Έμοιαζε με ζεστό φούρνο που είχαν βάλει μέσα αγαθές ψυχές να ζεσταθούν στην πυρά της καλοσύνης και της αγάπης. Οι απλοϊκοί άνθρωποι, συγγενεύουν πολλοί με τους αγγέλους.

Ο Παναγής, με την υπέροχη φωνή του, υμνούσε, ο παπα-Γιώργης , με τα καλά του άμφια, φαινόταν σαν να μην πατάει στη γη, ο μικρός Γιώργης με το κερί στο χέρι έψαχνε να βρει άκρη στον Παράδεισο τούτον, που δεν είχε απολεσθεί για κάποιους ακόμη. Κι η θεία η Φωτεινή δεν πόναγε καθόλου, γιατί ο πόνος είναι φαινόμενο που πιάνει τις αδύναμες ψυχές.

Στις δυο ώρες που κράτησε η Χριστουγεννιάτικη λειτουργία, ο ουρανός είχε αφήσει όλη του τη γαλήνη μέσα στο Καθολικό που ιερουργούσαν για να ξαναγεννηθούν οι ψυχές κι είχε ρίξει έξω όλο το νερό τού σύμπαντος για να ξαναγεννηθεί η φύση, που χωρίς νερό δεν ζει. Τα πάντα είχαν πλημμυρίσει.

Αλλά με το που απολειτούργησε, ο αέρας μαϊνάρισε και η βροχή έπαψε να πέφτει.

-Του το παράγγειλα εγώ κι έβδιαξε, παιδία μου, είπε η θεία η Φωτεινή. Μ’ ακούει εμένα ο εκειά πάνω. Άβρεχτοι ήρθαμε, άβρεχτοι θα φύγομε.

Ο μικρός Γιώργης έτρεξε να δει το χείμαρρο που ακουγόταν να βογκάει τρομερά, λίγα μέτρα πιο πέρα από το μοναστήρι. Η θάλασσα, ίσα με πέρα το μακρύ νησάκι, το μαρμαρωμένο καράβι, είχε κοκκινίσει από το χώμα που τις είχε κουβαλήσει ο χείμαρρος. Όλα τα νερά από τα γύρω βουνά, τον Μερμηγκάρη, τη Βίγκλα, τα Βιτσιλοκαθίσματα, όλα είχαν καταλήξει στο μεγάλο χείμαρρο και έτρεχαν ορμητικά στην κοίτη του βογκώντας δαιμονισμένα και παρασέρνοντας και τις πέτρες ακόμα στο πέρασμά τους. Ο μικρός γύρισε και τους βρήκε όλους στο ηγουμενείο να έχουν απλώσει τα καλούδια τους στο μεγάλο τραπέζι , να έχουν γεμίσει τα ποτήρια τους και να ανταλλάσσουν με αγάπη τις ευχές τους.

- Ξενολαός στο Μέγα Λαγκάδι , τους φώναξε, αλαφιασμένος , μα και χαρούμενος πολύ.

Σήμερα, παραμονές Χριστουγέννων πάλι, ο Γιώργης, γέρος πια, αναπολεί εκείνες τις μέρες κι ως βλέπει τον ξενολαό μέσα στα σπίτια της μιζέριας και της δυστυχίας, της ανελευθερίας και της δουλικότητας των σημερινών μορφωμένων, καλλιεργημένων, πολιτισμένων ανθρώπων, γυρεύει εκείνους τους αγράμματους, τους ταπεινούς, τους απλοϊκούς, μα γνήσιους ανθρώπους.

Αναζητά πιο πολύ απ’ όλους τη Φωτεινή, τη θεία, που εκείνο το βράδυ, ο Θεός κι εκείνη ήταν ένα. Δακρύζει, σίγουρος πως πουθενά πια δεν θα την βρει εκείνη την ανθρωπιά, πουθενά δεν θα ξανασυναντήσει τη θεία Φωτεινή κι ας την έχει πάντα μέσα στην καρδιά του. Γιατί οι άνθρωποι σήμερα, δεν είναι πως δεν έχουνε Θεό, όμως ψυχή συγγενή με τη θεότητα δεν έχει πια κανένας.

Λεξιλόγιο:
Ξενολαός = τάγματα ξωτικών και δαιμόνων που παρελαύνουν τις νύχτες στα λαγκάδια ( από τα λαϊκά παραμύθια των Κυθήρων τα συνδεδεμένα με τους κουρσάρους και τους πειρατές)
αβασταγός = γαιδουράκος
τραβάγια = κακοκαιρία
εντοέ = νάτο
ινταλώς = πώς;
κατέουνε = γνωρίζουνε
σύβροχο = διαρκής, ασταμάτητη βροχή
τράιστρο = υφαντό περίτεχνο σακίδιο
σώχωρο = περιτοιχισμένο χωράφι
ξιποσέρνω = σκιάζομαι, φοβάμαι πολύ

---------------------------------------------
Ελένη Χάρου Κορωναίου
---------------------------------------------