Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

Μια παραμονή Πρωτοχρονιάς

Έβρεχε ο Θεός εκείνη την παραμονή της Πρωτοχρονιάς στο χωριό με το τουλούμι. Είχαν ανοίξει οι εφτά ουρανοί κι η γη ρουφούσε αχόρταγα το νερό ύστερα από τόση αναβροχιά. Είχαν να δουν βροχή από τα τέλη του Γενάρη ως τις 31 του Δεκέμβρη του 2050, όπως έγραφε το ημερολόγιο στον τοίχο του φτωχικού σπιτιού δίπλα στη τσιμιά.


Όλο το σπίτι, ένα δωμάτιο καμαρικό ήταν. Δεξιά ως έμπαινες, η τσιμιά για το καθημερινό μαγείρεμα και για τα κρύα βράδια του χειμώνα με το μιντέρι για τ' αποσπέρια και δίπλα ο αποκράττος με την αποθήκη του σπιτιού από κάτω και πάνω τα στρωσίδια για τον ύπνο των παιδιών. Αριστερά, στο έμπα του σπιτιού ένας χαμηλός ξύλινος σοφάς με τα στρωσίδια της γιαγιάς και μια επίσης ξύλινη σκαλιστή τρίφυλλη ντουλάπα για τα ρούχα της οικογένειας. Δίπλα, ο αποκράττος των γονιών, καθώς και όλη η προίκα της κυρά Κατέ με τα στρώματα, τα σεντόνια, τα μαξιλάρια και τις κουρελούδες.

Στη μέση του δωματίου κάτω ακριβώς από την πέτρινη καμάρα του σπιτιού ένα μεγάλο στρογγυλό τραπέζι με ψάθινες καρέκλες γύρω-γύρω, ενώ στον απέναντι από τη μοναδική πόρτα του καμαρικού τοίχο ο σκαλιστός καθρέφτης κι από κάτω το μπουρό, τα κάδρα, τα ράφια με τα πιάτα και τ' άλλα χρηστικά κουζινικά σκεύη της νοικοκυράς.

Η φωτιά στη τσιμιά ήταν στις δόξες της. Μόλις ο κυρ Βαΐθης είχε ρίξει πάνω ένα μεγάλο κορμό από άσκεθρο γιατί η βροχή και το κρύο έξω δεν αστειευόντουσαν. Σου τρυπούσαν το κορμί ως το κόκαλο και το μεδούλι! Η κυρά Κατέ δίπλα ακριβώς από τη φωτιά που λαμπάδιαζε, είχε ξεχωρίσει μερικά κάρβουνα και φρόντισε να βάλει στη μεγάλη αλουμινένια κατσαρόλα ως  πάνω νερό, για να πιει η οικογένεια την αλεσφακιά της. Έξι τα παιδιά, μια η γιαγιά η Αργυρή και δυο το αντρόγυνο, εννιά άτομα που περίμεναν να πιουν την αλεσφακιά τους για να συβράσουν τα σωθικά τους.

Έξω ο Θεός με τον ουρανό του εξουσίαζε το σύμπαν και "απειλούσε" το χωριό πως απόψε η νύχτα δεν θα ήταν και τόσο ανώδυνη. Οι βροντές και οι αστραπές βάραιναν την ατμόσφαιρα μέσα στο σπίτι και τα παιδιά, από το πιο μικρό μέχρι το πιο μεγάλο, ένοιωθαν μιαν έντονη ανησυχία. Η κυρά Κατέ, πίστευε πως κάτι κακό θα τους εύρισκε απόψε, λίγο πριν φύγει ο παλιός χρόνος για να δώσει τη θέση του στον καινούργιο. Τα παιδιά, μόνο δίπλα της έβρισκαν κάποια σιγουριά κι εκείνη πάλι με τη δική της σειρά, μόνο στο πλάι του κυρ Βαΐθη ένοιωθε στα συγκαλά της. Κι ο κυρ Βαΐθης, κάτι τον ψυχανέμιζε, αλλά η παρουσία όλης της οικογένειας, καθώς και της μάνας του Αργυρής, του 'φερνε μια ξεγνοιασιά και μονολογώντας κάθε λίγο και λιγάκι έλεγε και ξανάλεγε:

-Βρέξε όσο θέλεις, βρόντα όσο μπορείς, άστραφτε όσο νομίζεις, τους ανθρώπους σου όμως να προσέχεις και να προστατεύεις Θεέ μου. Το ξέρω πως αγαπάς τους καλούς και τους φτωχούς. Κι όλο σηκωνόταν κι έκανε το σταυρό του, κοιτώντας προς το εικονοστάσι που βρίσκονταν πάνω από τη μοναδική πόρτα του καμαρικού.

Η ώρα πλησίαζε τα μεσάνυχτα και σε μερικά λεπτά άλλος ένας χρόνος θα περνούσε στο παρελθόν και την ιστορία. Η μεγάλη Αγγελίνα, γύρω στα 14 πια, κι όλα τ' άλλα παιδιά κατά σειρά, ο Γαμπρέλλης, ο Σισώης, η Ζαφείρα, η Κοντή και ο Πρόδρομος, είχαν πια αποκάμει από τα παιχνίδια της ημέρας κι είχαν αρχίσει να παρακαλούν τον Μορφέα για να τα πάρει στην αγκαλιά του και να τα ξεκουράσει πάνω στον αποκράττο.

Μέγας είσαι Κύριε! Μια αστραπή που έκανε τη νύχτα μέρα κι ένα αστροπελέκι που έκανε τ' αυτιά ολονών στο σπίτι να πονέσουν και να χάσουν για λίγο την ακοή τους. Η γη τραντάχτηκε. Η βροχή δυνάμωσε κι άρχισε να δέρνει τις στέγες και τα σοκάκια λυσσασμένα και ανελέητα.
-Παναγία μου, βοήθα μας τους αμαρτωλούς, λυπήσου τα παιδιά μας, μη μας εγκαταλείπεις κι εγώ να ξημερώσει η μέρα και θα ΄ρθω να σου ανάψω μια λαμπάδα στο μπόι του Βαΐθη μου και της Αγγελίνας μου, είπε τρομαγμένη η κυρά Κατέ τρέχοντας αμέσως στο εικονοστάσι!

-Ο μεγαλοδύναμος, με τέτοιο καταπαλίκι, να δείτε που κάπου μέσα στο χωριό θα ΄καμε ζημιά μεγάλη. Ανθρώπους να μη σκότωσες Θεέ μου κι όλα τ' άλλα θα τα ξανακάνουμε, μονολόγησε ο κυρ Βαΐθης, κάνοντας γι΄ άλλη μια φορά το σταυρό του, στρέφοντας το βλέμμα του προς τον ουρανό.

Τα μικρότερα παιδιά, η Ζαφείρα, η Κοντή και ο Πρόδρομος, άρχισαν να κλαίνε χωρίς σταματημό κι ας προσπαθούσε η μάνα τους να τα συνεφέρει. Δεν πέρασαν στο μεταξύ παρά μόνο κάποια δευτερόλεπτα, για να βυθιστεί στο σκοτάδι το σπίτι από τα φώτα που έσβησαν, αλλά κι ως φαίνεται σε όλο το χωριό. Άναψε η κυρά Κατέ τις δυο λάμπες πετρελαίου του σπιτιού, προίκα της μάνας της, κι άρχισε ν' αγκαλιάζει πρώτα τα μικρά, μπας και σταματήσουν το κλάμα από το φόβο τους για να τα βάλει να κοιμηθούν.

-Να πάτε να κοιμηθείτε γιατί απόψε θα ΄ρθει κι Άι Βασίλης με τα δώρα σας. Ξεχάσατε; Προσπάθησε να τα καθησυχάσει και τα έξι η κυρά Κατέ, με τα χάδια και τα φιλιά της.

Έπρεπε να ξυπνήσουν νωρίς το πρωί, να ντυθούν με τα καλά τους ρούχα κι όλα, μαζί με τους γονείς, να πάνε στην εκκλησία. Ο παπά Κωσταντής, ήταν πάντα συνεπής στην ώρα του. Επτά το πρωί χτυπούσε την πρώτη καμπάνα κι έβαζε δοξολογία εκεί γύρω τις οκτώ παρά κάτι.

Ένα ποδοβολητό σε λίγο ακούστηκε από το σοκάκι και μια φωνή τρομαγμένη χτυπούσε την πόρτα για να του ανοίξουν:

-Βαΐθη, εγώ είμαι, ο Λεόντης σου, ο αδερφός σου! Άνοιξε! Πάει η Παναγιά μας! Την έριξε κάτω τ' αστροπελέκι! Μεγάλο κακό αδερφέ θα μας εύρει! Φώναξε ο Λεόντης από το δρόμο και συνέχισε σαν μπήκε στο σπιτικό:


-Λεόντη, Κατέ, δεν έχουμε πια εκκλησία. Πάει η Παναγιά που ξέραμε! Τίποτα δεν άφησε ο ευλογημένος! Ούτε κόνισμα, ούτε καντήλι, ούτε εικονοστάσι, ούτε τρούλο, ούτε στασίδια, ούτε τίποτα. Όλα τα ρίξε κάτω και τα 'καψε τ' αστροπελέκι! Άλλο να σας το λέω κι άλλο ν΄ αντικρύσετε την εκκλησιά!
Στο μεταξύ, όπως συμβαίνει πάντα, μετά την καταστροφή ν' απλώνεται μια ανησυχητική ηρεμία, η βροχή είχε πια εντελώς σταματήσει και μόνο η ορμή του νερού στους κατηφορικούς δρόμους του χωριού πρόδινε το κακό που προηγήθηκε. Ο κυρ Βαΐθης φόρεσε τις γαλότσες του και μαζί με τον αδερφό του πήραν τα πόδια τους για την Παναγιά. Η κυρά Κατέ με τα παιδιά κλείστηκαν στο σπίτι με την αγωνία μην έπαθε τίποτα η Παναγιά τους, περιμένοντας την επιστροφή του πατέρα με συνεχή παρακάλια στην ίδια τη Μεγαλόχαρη να κάνει το θαύμα της.

Σαν φτάσανε έξω από τον αυλόγυρο της εκκλησίας, δεν πίστευαν στα μάτια τους. Ένα ατέλειωτο ασκέρι συχωριανών να σταυροκοπιέται και να πηγαινοέρχεται αμήχανα πέρα δώθε, αφού δεν ήθελε να πιστέψει σε ό,τι είχε μπροστά του. Το Γενέσιον της Θεοτόκου, η δικιά τους Παναγιά, δεν υπήρχε πια στη θέση της. Ο τρούλος και το καμπαναριό που χρόνια ολόκληρα συναγωνίζονταν στο ύψος, ήταν ερείπια κατά γης. Στάχτη κι αποκαΐδια κείτονταν μέσα στην ανταριασμένη νύχτα μπροστά στα ανήμπορα κι απορημένα μάτια τους, που όλο και κάποια δάκρυα τα θόλωναν ακόμα πιο πολύ από τη θολούρα τη νύχτας. Κάποιες γυναίκες έκλαιγαν γοερά και αναμαλλιάζονταν φωνάζοντας:
-Γιατί Θεέ μου, τι σου έφταιξε η Παναγίτσα μας; Γιατί δεν τιμωρούσες εμάς καλύτερα;   

Οι άντρες πιο ψύχραιμοι και προσπαθώντας ν΄ αποδιώξουν κάποιους κόμπους στο λαιμό τους, συζητούσαν για την καταιγίδα που έπληξε το χωριό κι έλεγαν πως αυτά είναι θεϊκά σημάδια και πως ο Θεός στέλνει τα μηνύματά του για να μας κάνει να βρούμε το σωστό δρόμο, γιατί όλοι είμαστε βουτηγμένοι μέσα στις αμαρτίες, στην αδικία και στην απληστία. 

Σαν από μηχανής θεός σε αρχαία τραγωδία ξεπρόβαλε τότε από το πίσω στενό σοκάκι της εκκλησίας ο γέροντας, ο παπα Κωσταντής με το μπαστουνάκι του στο δεξί και φορώντας το πετραχείλι του. Κρατούσε και στο αριστερό του χέρι ένα σπιτικό θυμιατό που του είχε δώσει η παπαδιά του. Μόλις τον έφεραν τα αργόσυρτα βήματά του μπροστά στη γκρεμισμένη είσοδο της εκκλησίας κι αντικρίζοντας από κοντά τον ερειπωμένο ναό της Παναγίας, άρχισε να ψάλλει σε ήχο δ΄ το απολυτίκιο της Θεοτόκου με τη σιγανή και μελίρρυτη φωνή του:

Ἡ γέννησίς σου Θεοτόκε, χαρὰν ἐμήνυσε πάσῃ τῇ οἰκουμένῃ, ἐκ σοῦ γὰρ ἀνέτειλεν ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ λύσας τὴν κατάραν, ἔδωκε τὴν εὐλογίαν, καὶ καταργήσας τὸν θάνατον, ἐδωρήσατο ἡμῖν ζωὴν τὴν αἰώνιον.

Σαν τέλειωσε την καταβασία, προσπάθησε να υψώσει όσο γινόταν την ισχνόφωνη λαλιά του και απευθυνόμενος στο εκκλησίασμα, είπε με τρεμάμενη φωνή από τη συγκίνηση:
-Αγαπητοί μου συχωριανοί. Απόψε η Παναγία μάς έστειλε ένα μήνυμα. Το λάβαμε όλοι θαρρώ. Το βλέπουμε μπροστά μας. Σίγουρα είναι μια τιμωρία, αφού εμείς θα κληθούμε να ξαναστήσουμε την εκκλησιά στη θέση της. Έτσι λοιπόν η Μεγαλόχαρη μέσω ενός φυσικού φαινομένου θέλησε να μας ειδοποιήσει για όλα αυτά που γίνονται στο χωριό μας.

Ένα πανέμορφο ψαροχώρι ήμασταν, που μαζί με τον απέραντο κάμπο, μας ετάιζε και μας πότιζε και δεν μας έλειπε τίποτα. Όλους μας φρόντιζαν η γη και η θάλασσα! Κι αν καμιά φορά κάποιος είχε ένα πρόβλημα, προσέτρεχαν οι υπόλοιποι και τον ξανασήκωναν. Και ξάφνου πήραν αέρα τα μυαλά μας και βαλθήκαμε να καταπατούμε ξένα χωράφια, να καταληστεύουμε τη θάλασσα, να αδικούμε συνανθρώπους μας, να καταστρέφουμε ό,τι μας άφησαν οι πατεράδες και οι παππούδες μας και να χτίζουμε σπίτια παράξενα και κακόγουστα μόνο και μόνο για να τα νοικιάζουμε στους τουρίστες, χωρίς να μας νοιάζει τι θ' απογίνει το χωριό μας και οι φυσικές ομορφιές του. Όλα θυσία στο βωμό του χρήματος.

Κι είναι αλήθεια πως αρκετοί πλούτισαν κι άλλοι επτώχευσαν και επείνασαν. Οι δεύτεροι είναι εκείνοι που σεβάστηκαν το παρελθόν των προγόνων τους και δεν ήθελαν να αλλάξουν την όψη του χωριού μας. Οι πρώτοι είναι εκείνοι που δεν σεβάστηκαν απολύτως τίποτα. Ούτε καν την ησυχία των συχωριανών μας. Πλήρης υποταγή στον τουρίστα, ο οποίος όσα κάνει εδώ δεν τολμά να τα κάνει στη δική του πατρίδα. Τα ήθη και τα έθιμά μας κινδυνεύουν χρόνια τώρα να εξαφανισθούν, η συζήτηση στο καφενείο είναι το χρήμα και μόνο το χρήμα, ο κάμπος ρήμαξε και συνεχώς μικραίνει από τα ξενοδοχεία και τα πάσης φύσεως κτίσματα, η γη δεν καλλιεργείται πλέον και το νερό στο δίκτυο είναι υφάλμυρο, ενώ τα πηγάδια του κάμπου στέρεψαν.

Σήμερα σας καλώ να συνέλθουμε όσο είναι καιρός για να μη βουλιάξουμε όλοι μαζί. Ό,τι μας απόμεινε σε τούτον εδώ τον τόπο, είναι ο πολιτισμός μας. Ο πολιτισμός των προγόνων μας. Επιτέλους ας τον σεβαστούμε έστω και τώρα. Τώρα που εισπράξαμε το πρώτο γερό χαστούκι. Η πρώτη προτεραιότητα συχωριανοί μου είναι από απόψε το βράδυ να σφίξουμε τα ζωνάρια και να ξαναχτίσουμε την Παναγιά μας. Την προστάτιδα του χωριού μας. Δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς την παρουσία της. Εκείνη μας κράτησε όρθιους σε καιρούς χαλεπούς. Μπορούμε θαρρώ όλοι μαζί να ορθώσουμε το ανάστημά μας. Μη σκύψουμε τα κεφάλια. Ας τα σηκώσουμε ψηλά ως τον ουρανό κι ας αναπέμψουμε δεήσεις, η πρώτη του χρόνου να μας βρει όλους σαν μια γροθιά ενωμένους, αλλά και με σκέψεις αναθεωρημένες για την πορεία του χωριού μας, για τη συνέχεια τη δική μας. Αμήν. 

Όση ώρα μιλούσε με την τρεμάμενη και ισχνή φωνή του ο παπά Κωσταντής, οι χωριανοί μια κοιταζόντουσαν μεταξύ τους, μια ανεβοκατέβαζαν το κεφάλι ως ένδειξη συμφωνίας στα λεγόμενά του. Στο τέλος όλοι αναθάρρησαν από τα λόγια του ιερέα κι άρχισαν να λένε πως μόλις φέξει η μέρα θα αρχίσουν κιόλας δουλειά να αναστηλώσουν την Παναγία τους -μια Παναγιά που μεγάλωσε γενιές και γενιές- κι απ' έκει πολλά πράματα πρέπει να αλλάξουν στην καθημερινότητά τους, γιατί ο παπά Κωσταντής είπε την πάσα αλήθεια, που τώρα θαρρείς τους ταρακούνησε και τους αφύπνισε από τον βαθύ λήθαργο που τους έδερνε.

Είχε δίκιο ο παπάς. Από το κακό στο χειρότερο πήγαινε το χωριό. Τι να το κάνεις δηλαδή να λες και να ξαναλές το χωριό μας έχει 20.000 κλίνες κι ύστερα να τρως τις ακαθαρσίες εκατομμυρίων ανθρώπων στη μούρη και ν΄ αγοράζεις το νερό αφού το δικό σου δεν πίνεται! Άσε που και να κοιμηθείς ολόκληρα καλοκαίρια εδώ και χρόνια δεν μπορείς! Αμέ το άλλο. Είναι τώρα ετούτη εμφάνιση σπιτιών; Πού είναι τα παλιά τα κεραμίδια στις στέγες, πού είναι τα ξύλινα πορτοπαράθυρα, πού είναι οι αυλές των σπιτιών και τα λουλούδια και τα περιβόλια! Πού είναι τα πηγάδια με το νερό και οι φούρνοι που κάπνιζαν καθημερινά! Και κείνα τα ποσπέρια των γυναικών στα κατώφλια! Οι καφενέδες με τον καφέ και το λουκούμι, την πάστρα και τη μπιλότα και την πρέφα και τις ατέλειωτες συζητήσεις των συχωριανών. Γιατί τότε, παλιά, το είχαν συνήθειο οι άνθρωποι να συζητούν!

Αααχ! Όμορφοι καιροί, όμορφες μέρες και πότε να ξαναγυρίσουν. Να ξαναμπεί η ζωή των ανθρώπων στο επίκεντρο της ζωής! Να ξανανταμώσουμε με τη φύση, τους κάμπους και τα ποτάμια, τις πηγές, τα πηγάδια και τις κρήνες, να γιομίσει ο τόπος μποστάνια και ντομάτες και καπνά και σιτάρια και μπαξέδες με περιβολάρηδες. Να ξανακαπνίσουν οι φούρνοι και να μοσχομυρίσει ο τόπος ψωμί σιταρένιο και λεβάντα και γιασεμί και λεμονανθούς.

Καλά τα φράγκα των ξένων, μα πιο καλός ο πολιτισμός και η ζωή στο δικό μας το χωριό. Φράγκα μπορούμε να βγάλουμε και με χίλιους δυο άλλους τρόπους, χωρίς να παριστάνουμε τους δούλους των άλλων. Κι όσο πιο γρήγορα το καταλάβουμε, τόσο καλύτερα για μας και το χωριό. Μόνο που χρειάζεται υπομονή για να ξαναλλάξουμε τη ζωή μας. Αυτό το αποψινό αστροπελέκι που κατάστρεψε την Παναγιά μας, ας είναι Θεέ μου η αφορμή ν' αλλάξουμε τη ζωή μας. Αυτή η παραμονή Πρωτοχρονιάς ας είναι το ξεκίνημα της καινούργιας μας ζωής. Της ζωής των παιδιών μας.

Σαν τέλειωσε ο παπά Κωσταντής τα σοφά του λόγια, όλοι πήραν τους δρόμους της επιστροφής για τα σπιτικά τους. Έτσι κι ο κυρ Βαΐθης, με το ηθικό αναπτερωμένο έφτασε στο σπίτι του, για να πει στην κυρά Κατέ και τα παιδιά που δεν είχαν ύπνο, πως η Παναγιά τους δεν υπάρχει πια, αλλά όλα θα πάνε καλά κι όλοι θα βοηθήσουν να ξανακτισθεί όπως τη ξέρανε και πως είπε ο παπάς πως πρέπει ν' αλλάξουν πολλά πράματα στο χωριό, αν θέλουν να ξαναδούν το χωριό τους να σηκώνεται στα πόδια του και να γίνεται όπως το ήξεραν οι παλιοί. Τότε που το χωριό ήταν πράγματι χωριό.

Ας είναι ευλογημένο το αποψινό αστροπελέκι!
----------------------------
Πηγή : rodiaki.gr
-----------------------------