Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

Ψάχνοντας τον Άγιο Βασίλη…

Είχα λίγες ημέρες ακόμα για να γράψω μια χριστουγεννιάτικη ιστορία. Από την αρχή που άκουσα τα νέα για το άρθρο που μου ανατέθηκε ένιωσα πολύ περίεργα. Ένιωσα ότι δεν ήμουν ο κατάλληλος για να το κάνει. Είχαν περάσει αρκετά χρόνια από την τελευταία φορά που είχα μπει στο πνεύμα των Χριστουγέννων.



Η καθημερινότητα και τα προβλήματα με είχαν ρουφήξει μέσα τους σε μια αδυσώπητη «μαύρη τρύπα» από την οποία δεν έβρισκα διέξοδο. Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι ο Άγιος Βασίλης είναι μέσα στον καθένα μας, τα τελευταία χρόνια ήταν δύσκολα. Η δουλειά σε αποξενώνει και η κούραση σε απομονώνει. Όσες λιγοστές ώρες μου έμεναν ελεύθερες από τη δουλειά τις περνούσα online κουβεντιάζοντας με ανθρώπους που δεν είχα δει ποτέ στις διάφορες διαδικτυακές κοινότητες. Ούτε εγώ δεν θυμόμουν πόσο καιρό είχα να πάω σε κάποιο μπαράκι να πιω ένα ποτό με φίλους.

Αρκετές μέρες τώρα απορούσα αν ήμουν ο κατάλληλος για να γράψω μια ιστορία για τον Άγιο Βασίλη. Οι ώρες περνούσαν, ο χρόνος πια πίεζε και η έμπνευση δεν ερχόταν. Αποφάσισα να καταφύγω στην τελευταία λύση που μπορούσα να σκεφτώ. Ίσως ένα κόλπο που θα με έκανε να βρω κάτι να γράψω. Ντύθηκα και απρόθυμα βγήκα έξω.

Μια βόλτα στη στολισμένη Αθήνα ίσως με έκανε να αναθεωρήσω τα πράγματα, ίσως με έκανε να δω τον Άγιο Βασίλη. Ανέβηκα τον δρόμο της αγοράς στο Μοσχάτο. Δεν μπορώ να πω ότι τα πράγματα ήταν όπως τα περίμενα. Οι δρόμοι ήταν στολισμένοι, κάθε δέντρο με φωτάκια, χριστουγεννιάτικα τραγούδια να παίζουν από τα μεγάφωνα. Όμως, κάτι έλειπε. Ο κόσμος λίγος, τα πρόσωπα παγωμένα και μαγκωμένα, οι καταστηματάρχες σε ακόμα χειρότερη κατάσταση, να μοιάζουν σαν να «πνίγονται». Δεν βοηθούσαν…

Αφού πέρασα τα συνοικιακά καταστήματα χωρίς να μπορώ να βρω τίποτα που θα μου άλλαζε τη διάθεση, πήγα προς το σταθμό. Πήρα το τρένο, κατέβηκα στο κέντρο. Περπάτησα από την Ομόνοια ως το Σύνταγμα, η Αθήνα ήταν στολισμένη, αλλά στα βλέμματα έμοιαζε λες και ήθελε απλώς να κρύψει την πίκρα της. Μια ατμόσφαιρα άγχους, πίεσης, στενότητας. Τίποτα δεν βοηθούσε για να μπούμε στο κλίμα των ημερών. Το 2011 και τα όσα έγιναν, μνημόνιο, μειώσεις και τα όσα περιμέναμε να έρθουν. Πορτοφόλια άδεια και καρδιές να κρυώνουν. Ή ίσως, απλώς, έτσι ήμουν εγώ.
Περπάτησα στο Σύνταγμα, κατέβηκα την Ερμού. Κι όμως, τίποτα…

Φτάνοντας στο Μοναστηράκι ήμουν πια σίγουρος ότι εγώ είχα το πρόβλημα. Δεν έβλεπα τίποτα χριστουγεννιάτικο, απλώς στολισμένα δέντρα, βιτρίνες με ψεύτικο χιόνι και σκουφάκια κόκκινα κι άσπρα. Πήρα πάλι το τρένο. Τελευταία προσπάθεια πριν το τηλεφώνημα ότι δεν μπορώ να γράψω.

Ένα κατάστημα παιχνιδιών στο εμπορικό κέντρο. Ίσως εκεί να μου έδειχναν τα Χριστούγεννα. Μπήκα μέσα. Γονείς με παιδιά, μπαμπάδες και μαμάδες μόνοι τους, μεγάλοι αδερφοί και αδερφές, όλοι έψαχναν παιχνίδια. Όμως, όλοι έμοιαζαν σαν να βρίσκονται σε έναν κόσμο υπολογισμών και πράξεων. Κάθε διάδρομος με παιχνίδια αντί να τους καλεί τους «τρόμαζε». Απογοητευμένος, φόρεσα ξανά τα γάντια στα χέρια και γύρισα προς την πόρτα.

Περνώντας από το ταμείο δεν μπόρεσα παρά να σταθώ δίπλα στο πιτσιρίκι που κρατούσε ένα τεράστιο κουτί στα χέρια του και παρακαλούσε τη μαμά του. Το θέαμα του μικρού με το κουτί, που του έφτανε πάνω από τη μέση, στα χέρια με έκανε να σταματήσω. Ομολογώ πως έμοιαζε χριστουγεννιάτικο. Ο μικρός με μεγάλη δυσκολία μπορούσε να το σηκώσει προσπαθώντας να το δώσει στη μάνα του, χαμογελώντας και παίζοντας.

Εκείνη κρατούσε δυο-τρία πράγματα στα χέρια και τον κοιτούσε απεγνωσμένη. Είναι δύσκολο να εξηγήσεις τα οικονομικά σου προβλήματα σε ένα παιδί έξι χρονών. Και δεν θα έπρεπε κιόλας να τα μάθει.

Ακουμπώντας τα πράγματα στο ταμείο, έσκυψε και άρχισε να του μιλά σιγά. Του είπε ότι δεν είχαν λεφτά για άλλα, του είπε ότι θα έπρεπε να είναι χαρούμενος έστω με αυτά που πήραν για τα οποία ο μπαμπάς δούλευε όλη μέρα, του είπε ότι ίσως μπορέσουν του χρόνου να πάρουν το μεγάλο κουτί. 

Εκείνος την κοιτούσε και τα μάτια του σκοτείνιασαν. Δεν έκλαψε, δεν γκρίνιαξε, δεν κουνήθηκε καν. Απλώς άφησε το κουτί στο πάτωμα και της έπιασε το χέρι. Τα μάτια του έμοιαζαν βουρκωμένα και με βλέμμα πολύ πιο ώριμο από αυτό που θα έπρεπε να έχουν στην ηλικία του. Ίσως, πάλι, μόνο σε μένα.

Του ζήτησε να πάει το κουτί στη θέση του, αλλά η ταμίας, βλέποντας ότι ήταν σε δύσκολη θέση της είπε να το αφήσει εκεί, ότι θα το επέστρεφε εκείνη. Η μητέρα έσκυψε, φίλησε το γιο της και του είπε μια λέξη που εκείνος οπωσδήποτε δεν θα μπορούσε να καταλάβει στην ηλικία που ήταν: «Ευχαριστώ».

Πλήρωσαν, πήραν τη σακούλα κι άρχισαν να περπατούν προς τα έξω. Ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι ήμουν ακόμη εκεί. Ότι είχα σταματήσει τόση ώρα, ότι κοιτούσα τη σκηνή που με είχε τραβήξει. Ίσως ήταν η ωριμότητα με την οποία το παιδί σταμάτησε και άκουσε τη μάνα του, ίσως η ηρεμία με την οποία εκείνη γονάτισε, του εξήγησε ότι δεν είχαν άλλα λεφτά για δώρα και του ζήτησε να καταλάβει…

Αυτά δεν ήταν Χριστούγεννα.

Έκανα ένα γρήγορο βήμα προς το ταμείο. Διέκοψα τον πελάτη που πλήρωνε και είπα στην κοπέλα: 

«Πόσο κάνει;», δείχνοντας το κουτί που κρατούσε ο μικρός. «Σε παρακαλώ πήγαινέ το στον πιτσιρικά και πες του κάτι καλό για τα Χριστούγεννα, ότι κέρδισε ένα δώρο από τον Άγιο Βασίλη».

Εκείνη τους πρόλαβε στην πόρτα σχεδόν. Είχα ήδη αρχίσει να βγαίνω προς τα έξω όταν την άκουσα να λέει στη μητέρα και στο μικρό, δίνοντάς του το κουτί: «Ήσασταν οι τυχεροί πελάτες της ημέρας! Τώρα με ειδοποίησαν. Κερδίσατε ένα δώρο από τον Άγιο Βασίλη. Είδα πόσο άρεσε στο παιδί σας αυτό και πήρα την πρωτοβουλία να σας το φέρω, αντί να διαλέξετε μόνοι σας κάτι». 

Ύστερα, γυρνώντας προς τον πιτσιρικά του είπε: «Είναι Χριστούγεννα μικρέ! Ο Άγιος Βασίλης μάλλον σε αγαπάει που ακούς τη μητέρα σου. Ίσως γι’ αυτό κέρδισες!».

Περνούσα από δίπλα τους όταν ο μικρός είχε αγκαλιάσει το κουτί και η μητέρα του κοιτούσε μία την ταμία, μία τον γιο της, αποσβολωμένη. Τα μάτια της είχαν βουρκώσει. «Σε ευχαριστώ. Χρόνια πολλά».

Χαμογέλασα φτιάχνοντας το γιακά μου, φεύγοντας από το κατάστημα. Για πρώτη φορά μέσα στη μέρα πραγματικά άκουσα τη μουσική από τα μεγάφωνα του καταστήματος. Ο Bruce Springsteen με ρωτούσε «Do you believe in Santa Claus?».

Ο ήχος από ένα ντέφι πίσω μου έμοιαζε με τα κουδουνάκια από το έλκηθρο του Άγιου Βασίλη. Δεν γύρισα καν να κοιτάξω. Ήμουν σίγουρος. Ήξερα ότι ήταν αυτός. Άλλωστε, ήταν Χριστούγεννα…
-----------------------------------------------------------------
 Πηγή: psychografimata.com-Νίκος Κουσούλης
-----------------------------------------------------------------