Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017

ΖΩΓΡΑΦΙΕΣ ΤΗΣ ΠΑΛΙΑΣ ΝΕΑΠΟΛΗΣ

Ήτανε μεγάλη βδομάδα . Θεοσεβούμενος ο κόσμος . Νήστευε κιόλας . Άμα νηστεύει , όμως , κανείς , όσο να τρώει δε χορταίνει . Σαβούρωνε , λοιπόν με το κρασί . Στύλωνε .

Εκείνες τις ημέρες τόφερε ο διάτανος και είχε ξεπέσει στη Νεάπολη ένας παραμπατός σιδεράς . Μαστόρευε , υνιά , ξυνάρια , πέταλα , κασμάδες , σφυριά , τζαβέτες , περόνια και άλλα σιδερένια μαραφέτια . 

Κοστακιανός , δεμένος , κοιλαράς , φαγάς , πιοτής , αλλά κουβαρδάς , ήσυχος , φιλότιμος άνθρωπος Η μαυρίλα του , ήτανε άλλο πράγμα . Πίσσα , κατράμι , καλιακούδα η φάτσα του . Τύφλα νάχανε οι γύφτοι . Η λαϊκή σοφία , λέει , επιγραμματικά , ότι «κύλισε ο τετζέρης και ήβρε το καπάκι» . Έτσι και ο ξενομάτης ο σιδεράς . Τραβερσάρισε στην Αγορά και ήβρε το ταίρι του .

Εκείνονε τον καιρό είχε ξετσουρμάρει από το τζενεραλάδικο (καράβι φορτηγό) το Σαΐνι . Ματσωμένος , με καργαρισμένες τις τσέπες και χαρμάνι για ξέχειλο του μάκρους από το νώμο , ρέμπελα , στην πλάτη και σκορτσάριζε πέρα δώθε , σαν ουρά ρεβανιάρικου αλόγου που οσμίζεται θελικό τσαχπίνικο πειρασμό , που η φύση μαστόρεψε με σοφία και έτσι , με τούτο το κόλπο , αβγατίζει και διατηρεί τα πλάσματά της .

Είπαμε , το Σαΐνι νυχτοπερπατούσε . Το τσιγάρο ασίκικα περασμένο στο ζερβί αφτί , με τα κατσαρά τσουλούφια να σκαμπανεβάζουν σα λυγερά κλαριά πυκνόφυλλου δέντρου .

Αναφουρφούλιασε η Αγορά από το δίδυμο της πέτρας και της αμάδας , που ξερομαχισμένο για δρόσισμα , ρεβάνιζε , ολοταχώς και μπουκάρισε στου Μαρκαντώνη .

Τα ποτήρια δε χρειαστήκανε . Ακούμπαγε τις μισές στο τραπέζι και πριχού πισοκωλιάσει ο Μαρκαντώνης , γινόντουσα …..της Αναλήψεως . Βάστηξε ώρες τα σούρτα-φέρτα με τις μισές . Ο σιδεράς σοφάντιζε με τη ρετσίνα τον καταπίτη του και έμεινε βράχος , σίδερο , ρουφήχτρα , Πυλέμι , η κοιλάρα του , που δεν είχε πάτο. Στύλος ακλόνητος . Χαμπάρι δεν έπαιρνε . Μπέκρα !

Δακρυσμένοι από το κρασί και την πίστη , κουβεντιάζανε για το Χριστό που πέρασε μαρτύρια για να λιώσουν οι αμαρτίες μας και στο τέλος σταυρώθηκε ! Είπανε , είπανε . Ρουφήξανε , ξαναρουφήξανε . Κόντεψε το βαρέλι στο σώσμα . Φίλοι , αδέλφια , πρόβατα που σώθηκαν από το εκούσιο μαρτύριο του Χριστού μας και έτσι άμα τινάξανε τα πέταλα δε θα τσιγαριζόντουσαν στα αποκαΐδια των καζανιών της κολάσεως , αφού σταυρώθηκε για τη σωτηρία του ανθρώπου .


Οι καμπάνες της Αγίας Τριάδας , σημαίνανε αργά , βαριά , πένθιμα . Μεγάλη Πέμπτη , βλέπεις και ο ήχος τους έσκιζε το κρανίο και ξεχείλιζε από πίκρα η καρδιά . Άξαφνα , σε μια στιγμή , το Σαΐνι ξεθηκάρωσε από το κάθισμα το κορμί του , στυλώθηκε στα πόδια του , αγαντάρισε και με τα χέρια του πιάνοντας το τραπέζι για σιγουριά και στάθηκε εχθρικά στο φίλο του το σιδερά .

Η εικόνα της Σταύρωσης ζωντάνεψε μέσα του . Η κρασομένη φαντασία του έβλεπε ζωντανό μπροστά του βασανιστή του Χριστού . Ένας από τους σιδεράδες που φτιάξανε τα περόνια της Σταύρωσης ήτανε μπροστά του . Αν δεν υπάρχανε αυτοί , ο Χριστός δεν σταυρωνότανε . Τον έφερνε η φαντασία του νάχει σηκώσει τη ματσόλα και να μπήγει , ο σκατοέργατος τα καρφιά στα χέρια και τα πόδια του Σταυρωμένου !

«Φύγε , ρε π … γύφτο» , του κάνει και τον έλουσε με όσα η γλώσσα ενός πατημένου στα γράδα , μπορεί να αραδιάσει και που , φυσικά , εμείς δεν μπορούμε να γράψουμε . «Φύγε, ρε» του λέει «Εσείς σταυρώσατε , διάολοι , το Χριστούλη μας»

Χούφτωσε κάποιο σιδερικό και ξάμωσε κατά πάνω του . Τάχασε ο άνθρωπος . Οι θαμώνες παρατήσανε τα ποτήρια και χασκογελούσανε με το θέαμα .

Το Σαΐνι , με το σιδερικό στο χέρι να κυνηγά το σιδερά και να σκοντάφτει σε τραπέζια και ανθρώπους , να μπατάρει , να σηκώνεται και να γιουργιάρει να καμακώσει το ανθρωπάκι που έφτιαχνε τα καρφιά και τα περόνια .

Στραβοστόμιασε ο άνθρωπος . Με την ψυχή στα δόντια έφτασε στην ποταμιά . Σαλτάρισε στη φοράδα του και με το καπιστρόσκοινο την έξαφτε στα καπούλια . Πήρε σβάρνα εκείνη και όπου φύγει – φύγει . Έγινε καπνός . Στην Νεάπολη δεν ξαναπάτησε
----------------------------------------
Τζώρτζης Ανωμήτρης
----------------------------------------