Η αγροτική παραγωγή στο παρελθόν αποτελούσε μια από τις κύριες πηγές παραγωγής τροφίμων στα νησιά. Σε πολλά από τα μικρότερα νησιά δεν έφτανε για να καλύψει τις ανάγκες του πληθυσμού, αλλά ήταν αναπόσπαστο μέρος της παραγωγικής βάσης.
Εξαιτίας των περιορισμένων πόρων (περιορισμένο επιφανειακό και υπόγειο νερό, ελάχιστες επίπεδες εκτάσεις, φτωχά και αβαθή εδάφη) η αγροτική παραγωγή στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό σε εκτατικά και σχετικά χαμηλής έντασης συστήματα, με αποτέλεσμα και χαμηλή παραγωγικότητα (σιτηρά, ψυχανθή, ελαιώνες και αιγοπρόβατα). Όμως οι ποικιλίες και τα ζώα ήταν σχετικά προσαρμοσμένα σε τοπικές συνθήκες.
Εξαιτίας των περιορισμένων πόρων (περιορισμένο επιφανειακό και υπόγειο νερό, ελάχιστες επίπεδες εκτάσεις, φτωχά και αβαθή εδάφη) η αγροτική παραγωγή στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό σε εκτατικά και σχετικά χαμηλής έντασης συστήματα, με αποτέλεσμα και χαμηλή παραγωγικότητα (σιτηρά, ψυχανθή, ελαιώνες και αιγοπρόβατα). Όμως οι ποικιλίες και τα ζώα ήταν σχετικά προσαρμοσμένα σε τοπικές συνθήκες.
Το άνοιγμα των τοπικών αγορών και ο εκσυγχρονισμός και εκμηχάνιση της αγροτικής παραγωγής στην Ελλάδα περιθωριοποίησε τα συστήματα αυτά, καθώς δεν μπορούσαν τα τοπικά προϊόντα να ανταγωνιστούν τα φθηνότερα που έρχονταν από περιοχές στις οποίες η εκμηχάνιση ήταν δυνατή (αρδευόμενες πεδιάδες και ημιορεινά κυρίως).
Το αποτέλεσμα είναι η εγκατάλειψη σε πολύ μεγάλο βαθμό (η καλλιεργούμενη γη έχει μειωθεί σε ποσοστό 40% περίπου από το 1961 και οι εκμεταλλεύσεις κατά 33%), κυρίως των ετήσιων καλλιεργειών αλλά και τοπικά σημαντική εντατικοποίηση κυρίως κτηνοτροφίας.
Ταυτόχρονα, τουρισμός και 2η κατοικία αλλά και πιο πρόσφατα νέες προοπτικές χρήσης της γης για παραγωγή ενέργειας (κυρίως φωτοβολταϊκά συστήματα) καθιστούν την αγροτική παραγωγή ακόμη περισσότερο μη αποδοτική βραχυπρόθεσμα, καθώς η οικονομική απόδοση της γης έχει τεράστια διαφορά μεταξύ της μακροχρόνιας χρήσης για γεωργία – κτηνοτροφία και της άμεσης εκμετάλλευσης από τουρισμό ή 2η κατοικία συνήθως μέσω εκποίησης. Αυτή η εξέλιξη όμως δεν συνιστά μια βιώσιμη προοπτική (ούτε σε ατομική βάση ούτε συνολικά) δεδομένου ότι τα χρήματα από την εκποίηση χρησιμοποιούνται συνήθως για κάλυψη καταναλωτικών δαπανών και όχι για παραγωγικές επενδύσεις.
Συνολικά, οι εξελίξεις αυτές, μαζί με μια γενικότερη περιθωριοποίηση της ενασχόλησης με την αγροτική παραγωγή στην Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες, έχουν επιφέρει μεγάλη απώλεια τοπικών πόρων: έχουν χαθεί σε μεγάλο βαθμό τεχνικές διαχείρισης – πρακτικές που ήταν σχετικά ήπιες, μακροπρόθεσμα αποδοτικές, αλλά με μεγάλη εξάρτηση από εργασία που σήμερα δεν είναι πια διαθέσιμη σε αφθονία, τοπικές ποικιλίες που ήταν προσαρμοσμένες σε τοπικές συνθήκες και τοπικά προϊόντα.
Κάποια ΠΟΠ – ΠΓΕ συνεχίζουν να υπάρχουν και να παράγονται, αλλά είναι πολύ λίγα σε σχέση με τον πλούτο των τοπικών προϊόντων που υπήρχαν. Πολλά ακόμη τοπικά προϊόντα συνεχίζουν να παράγονται, αλλά σε μικρές ποσότητες, τοπικά μόνο και σύντομα θα χαθούν, καθώς οι πρώτες ύλες τους δεν θα παράγονται πια.
Το ερώτημα που τίθεται είναι: Η ανάπτυξη του τουρισμού, "σε τελευταία ανάλυση", αυξάνει ή μειώνει τις χωρικές ανισότητες; γενική απάντηση, δε φαίνεται να υπάρχει. Ο τουρισμός ενισχύει οικονομικά περιοχές που φθίνουν και κυρίως απομονωμένες περιοχές.
Από την άλλη μεριά δημιουργεί αρνητικές επιδράσεις σε περιοχές που παρουσιάζουν συγκριτικά πλεονεκτήματα στις αγροτικές καλλιέργειες. Το καλύτερο θα ήταν μια συμπληρωματική σχέση τουρισμού και αγροτικής παραγωγής. Αλλά "τα παραδείγματα μιας επιτυχημένης συμπληρωματικότητας μεταξύ τουριστικής και γεωργικής απασχόλησης φαίνεται να είναι πολύ λίγα και εντοπίζονται ιδίως εκεί όπου ιδρύθηκαν εταιρείες ανάπτυξης με ευρύτερη συμμετοχή τοπικών συμφερόντων".
Πάντως, η υπερσυγκέντρωση του τουρισμού σε ορισμένες περιοχές δημιουργεί πολλά κοινωνικά, οικονομικά, περιβαλλοντικά, χωροταξικά προβλήματα.
Οι προοπτικές για δημογραφική σταθεροποίηση της περιοχής είναι στενά συνδεδεμένες με τις δυνατότητες ανάπτυξής της.
Η εξάρτηση της περιοχής απ'την ορεινή οικονομία, το άγονο και δύσβατο έδαφος της, η γεωγραφική της θέση και η ιστορική εξέλιξη μαζί με το χαμηλό τεχνολογικό επίπεδο, την ανυπαρξία βασικών έργων υποδομής, το κακό συγκοινωνιακό δίκτυο και την κακή χωροταξική διάρθρωση την κατατάσσουν στις πιο προβληματικές περιοχές της χώρας.
Η ύπαρξη όμως υποπεριοχών μέσα στο νομό με κάποια σχετική ευεξία και ανάπτυξη, δικαιολογεί μια αισιοδοξία για τις δυνατότητες απόδοσης ενός εφαρμόσιμου προγράμματος ανάπτυξης της περιοχής.
Φυσικά οι παλαιότεροι είναι σε θέση να φέρνουν στο μυαλό τους τις εικόνες με τις εποχές του θερισμού, και της παραγωγής ντόπιου καρπού και αλεύρων στα Κύθηρα. Η αντικατάσταση του κλασικού θερισμού {με δρέπανα}-αλωνίσματος, με τις τότε σύγχρονες θεριζοαλωνιστικές, είχε διευκολύνει και προσελκύσει πολλούς να αυξήσουν την παραγωγή τους, με αποτέλεσμα οι παραγόμενες ποσότητες να είναι επαρκείς για τον πληθυσμό του νησιού.
Η χρήση των γεωργικών ελκυστήρων {τρακτέρ}καθώς και όλων των νέων γεωργικών μέσων και μηχανημάτων, είχε προσελκύσει μια ολόκληρη γεννιά να παραμείνει στον τόπο και να καλλιεργήσει τα μέχρι τότε εγκαταλελειμμένα από τους απόντες μεταναστεύσαντες, χωράφια, ελαιώνες και αμπελώνες.
Το αποτέλεσμα ήταν πολύ παρήγορο. Ο πληθυσμός αυξήθηκε και όλοι πια άρχισαν να βλέπουν με διαφορετικό τρόπο την ζωή επάνω στο νησί. Τα σχολεία γέμισαν και πάλι και η ελπίδα ξαναγύρισε στους κατοίκους, μηδενιζοντας σχεδόν την μάστιγα της μετανάστευσης στην Αυστραλία και την Αμερική.
Με την πρόοδο, που προήλθε αποκλειστικά από την γεωργική παραγωγή και καλλιέργεια, δημιουργήθηκαν νέες κατοικίες, αυξήθηκε η εμπορική δραστηριότητα, και σιγά-σιγά έφθασε και η τουριστική ανάπτυξη.
Στο σημείο αυτό, στο σημαντικό αυτό σταυροδρόμι, έγινε το λάθος και άρχισε σταδιακά η εγκατάλειψη της παραγωγής, μιας και τα έσοδα από την βραχεία τουριστική περίοδο εκάλυπταν πια τον οικογενειακό προϋπολογισμό και επέτρεπαν την διαβίωση όλο τον υπόλοιπο χρόνο χωρίς την ανάγκη της καλλιέργειας και της δύσκολης αγροτικής ζωής.
Και με δύο λόγια, όπως ευρέως επικρατούσε την συγκεκριμένη περίοδο, "δεν συνέφερε να σπέρνεις, να καλλιεργείς, η να παράγεις, μια και στο σούπερμάρκετ ερχόταν φθηνότερα....!!!"
Κανείς δεν υπολόγισε ότι στο τέλος θα αγόραζε ντομάτες Ολλανδίας, λεμόνια Τουρκίας και ραδίκια Βελγίου και θα έδινε πίσω τα λεφτά στους τουρίστες που απολάμβαναν τις διακοπές τους, τελείως δωρεάν πλέον, στα σπίτια που εκείνοι {η μάλλον οι γονείς τους}είχαν δημιουργήσει με την δουλειά τους στην καλλιέργεια της γής.
Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η τοπική ανάπτυξη = άνθρωποι και ότι επίσης η τοπική ανάπτυξη = τοπική συναίνεση.
Οι άνθρωποι είναι το σημαντικότερο πρόβλημα. Το ανθρώπινο δυναμικό σήμερα, ιδιαίτερα στην αγροτική παραγωγή, είναι γερασμένο και ιδιαίτερα αρνητικό απέναντι σε πρακτικές και αλλαγές που αμφισβητούν το υπάρχον μοντέλο της τεχνητά επιδοτούμενης γεωργίας και κτηνοτροφίας.
Το στοίχημα είναι να προσελκυστούν άνθρωποι που μπορούν να ξεκινήσουν νέα και διαφορετικά – καινοτόμα πράγματα γιατί (α) θα κερδίζουν χρήματα από αυτή τη δραστηριότητα και (β) θα κερδίζουν ποιότητα ζωής – ευημερία – προσωπική ικανοποίηση.
Υπάρχουν αντικειμενικά προβλήματα (απομόνωση, κόστος, ανυπαρξία υπηρεσιών υποστήριξης στη μεταποίηση και διακίνηση, πολύ ανταγωνιστική αγορά που ελέγχεται από μερικούς μόνο μεγάλους παίκτες, κτλ.).
Σήμερα ένας παραγωγός για να είναι επιτυχημένος πρέπει να είναι γεωπόνος για να καλλιεργεί και χημικός μηχανικός για να μεταποιεί και επιχειρηματίας για να διαχειρίζεται την επιχείρηση του και διαφημιστής για να προωθεί τα προϊόντα του.
Η ΚΑΠ προσφέρει ευκαιρίες, θέτει όμως και περιορισμούς, κυρίως ηλικιακούς και σε σχέση με την επαγγελματική ενασχόληση με την αγροτική παραγωγή. Πρέπει να τονιστεί εδώ ότι η αγροτική παραγωγή και γενικά ένας υγιής οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά πρωτογενής τομέας είναι ιδιαίτερα σημαντικός και απαραίτητος για τη βιώσιμη ανάπτυξη των νησιών. Απαιτούνται όμως μια σειρά από μικρότερες ή μεγαλύτερες παρεμβάσεις:
Μια Ευρωπαϊκή και Ελληνική νησιωτική πολιτική για το πρωτογενή τομέα είναι απαραίτητη, μια πολιτική η οποία θα προβλέπει ειδική αναφορά στις επιπτώσεις όλων των πολιτικών στα νησιά και τρόπους ή ειδικές δράσεις για να είναι οι επιπτώσεις αυτές θετικές. Η προώθηση μέτρων χωροταξικού χαρακτήρα (καθορισμός χρήσεων γης, απαγόρευση στην εκτός οικισμού δόμηση) για προστασία των περιορισμένων εύφορών ζωνών, την προστασία των υδροφορέων, την προστασία των οικοσυστημάτων, την προστασία των τοπίων είναι αναγκαία.
Χρειάζεται επίσης μηχανισμούς στήριξης: τα δίκτυα, οι ομάδες παραγωγών και οι συνεταιρισμοί είναι ιδιαίτερα σημαντικοί σε αυτό το πλαίσιο. Μπορούν να προσφέρουν ευκαιρίες για αύξηση της προστιθέμενης αξίας των προϊόντων και του μέρους της που καρπώνεται ο παραγωγός μεταποιώντας τα προϊόντα ή συγκεντρώνοντας τα για μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ, να πληρώσουν για παροχή υπηρεσιών συλλογικά επιμερίζοντας το κόστος (π.χ. ολοκληρωμένα συστήματα διαχείρισης, συστήματα διασφάλισης ποιότητας, επενδύσεις, προώθηση, κτλ.) και να προσφέρουν ασφάλεια στους παραγωγούς.
Η σωστή επιστροφή στην νέα παραγωγή επιβάλλεται. Ο συνδυασμός της αγροτικής παραγωγής επάνω στο νησί μαζί με την τουριστική εκμετάλευση του, από την νέα γενιά με τα πολλαπλά αναγκαία πτυχία, είναι το μόνο που μπορεί να επαναφέρει πάλι τον τόπο στην ανάπτυξη και την σωστή πρόοδο στον παρόντα αιώνα.
Οι απαραίτητες υποδομές πρέπει να επιταχυνθούν και να ολοκληρωθούν από την πολιτεία. Και λαμβάνοντας υπ'όψιν ότι η γή βρίσκεται εκεί που ήταν πάντα, οι τουριστικές υποδομές έχουν αναπτυχθεί και οι δημόσιες υποδομές βρίσκονται σε εξέλιξη τότε δεν υπάρχει πια δικαιολογία για μονομερή ενασχόληση αλλά για συνδυασμένη και ομαδική προσπάθεια πλήρους ανάτασης από όλους....
---------------------------------
Αντώνης Λαμπρινίδης
---------------------------------



