Από πολύ μικρό όλοι τον φώναζαν μαλάκα. Ήταν εκ φύσεως και από παιδί τόσο αγαθός, τόσο μειλίχιος, τόσο τρυφερός, τόσο υπομονετικός, τόσο υποχωρητικός, τόσο μη ανταγωνιστικός, τόσο καλοσυνάτος, που ο γεννημένος με τόσες ευαισθησίες αυτός ανθρωπάκος εύκολα βαφτίστηκε από τους πολλούς, τους νταβραντισμένους και τους ανταριασμένους, τους έξυπνους και τους ικανούς, βαφτίστηκε με αυτό το περιφρονητικό όνομα.
Το πραγματικό του όνομα εξουδετερώθηκε από την ανωτερότητα των άλλων. Κι είχε γίνει τέτοια ταύτιση της λέξης με το πρόσωπο, που ακόμα και ο ίδιος ο πραγματικός νονός του, παραμέλησε το πραγματικό του όνομα και έτσι περίπου τον φώναζε κι αυτός,..όχι ακριβώς δηλαδή, σε κάποιο φίλτρο την πέρασε την παλιολέξη και του έφτιαξε ένα πιο εύηχο υποκοριστικό. Ο Μάκας μου. Έτσι τον έλεγε , κόβοντας το λα απ’ τον μαλάκα. Πόσο θα ήθελε να του κολλούσε ένα γ εκεί, πριν από το κ και να τον έλεγε ο Μάγκας μου. Αλλά μπα, δεν ήταν, Μάκας ήταν ο καημένος.
Αυτό το παιδί, το τόσο τρυφερό, με τις τόσες ευαισθησίες που αγαπούσε τη μουσική και μισούσε τον πόλεμο, που είχε πάθος με τα λουλούδια και λάτρευε τα ζωάκια, που έγραφε ποιήματα, πολλέςφορές κλαιγοντας εντός του, όχι… δεν ήταν μάγκας, Μάκας ήταν κι έτσι έπρεπε να τον λέει όλη η κοινωνία και οι ίδιοι οι δικοί του ακόμα. Οι κοπελιές; Οου καλά! ούτε ματιά δεν του έριχναν κι ας ήταν ομορφοπρόσωπος πολύ. Μα το σώμα του, αγύμναστο και πλαδαρό, μικρό μπόι, μισός άντρας . Ποια θα ήθελε έναν Μάκα για εραστή της;
Η ψυχούλα αυτού του τρυφερού πλάσματός μαύριζε όλο και πιο πολύ όσο μεγάλωνε. Εκεί κάπου στη εφηβεία, που οι ορμόνες τού είχαν δώσει κάποια έξαρση ύπαρξης, νόμισε πως του αναλογεί κι εκείνου να ερωτευτεί. Η Μελπομένη όμως, στην οποία τόλμησε να στείλει ένα ραβασάκι με το ποίημα της Μυρτιώτισσας «Σ’ αγαπώ», ανέμισε το ραβασάκι σ’ όλες τις εφηβοτρελίτσες φιλενάδες της και χασκαρογελώντας φώναζε:
-Κοιτάτε τι ραβασάκι μου έστειλε ο Μάκας! Σ’ αγαπώ…τι μπορώ , ακριβή να σου πω πιο βαθύ , πιο απλό, πιο μεγάλο! Χαχαχαχα! Και με τι πουλί με αγαπάς, ρε Μάκα;
Όλες μαζί οι ομορφούλες έσκασαν στα γέλια και με μια φωνή φώναξαν:
«Ω, το Μάκα, το μαλάκα!». Και γέλασαν πολύ με την ωραία τρυφερή ψυχή, που είχε φυλαγμένη μέσα του ο Μάκας.
Αυτό υπήρξε ένα καίριο χτύπημα στην ψυχή του τρυφερού νεαρού. Καβουκιάστηκε.
Αργότερα, στον στρατό, όταν του την έπεσαν κάτι βαρβάτοι βάρβαροι αρσενικοί με άγριες διαθέσεις, ο αγαθός και τρυφερός Μάκας, πληγώθηκε ακόμα βαθύτερα. Ούτε να το φανταστεί δεν ήθελε πως θα άρεσε σε άνδρες αυτός που μέσα του λάτρευε τις θυληκές υπάρξεις. Κλείστηκε απόλυτα στο καβούκι του και χωσμένος μέσα σ’ ένα ανήλιαγο υπόγειο του πατρικού του σπιτιού, δόθηκε εις όλον στη μουσική και στην ποίηση. Έγραφε ποιήματα και τραγούδια, χωρίς να τα δείχνει σε κανέναν, αν και μέσα του πίστευε πως κάποτε, μέσα από αυτά , θα καταξιωνόταν κι η άγρια κοινωνία θα τον αποδεχόταν σαν ένα σπουδαίο άνθρωπο , έναν άξιο καλλιτέχνη που ζει σε μια άλλη διάσταση, πέρα απ’ τα κοινά και τα συνήθη κοινωνικά δεδομένα.
Αλλά και σε αυτό απέτυχε ο δυστυχής Μάκας. Διότι δεν είχε βέβαια κανέναν χρυσοπληρωμένο δημοσιογράφο να προβάλει το έργο του, ούτε είχε μπει σε κυκλώματα γκέϊ ή σε άλλες μασονίες που σε προωθούν κι έτσι ήταν αδύνατο να καταξιωθεί το έργο του, που διόλου ασήμαντο δεν ήταν.
Το τελειωτικό πλήγμα το δέχτηκε όταν, στην ηλικία των τριάντα περίπου πια, αποφάσισε να απευθυνθεί σ’ ένα μεγάλο εκδοτικό οίκο για να δοκιμάσει την τύχη του στις εκδόσεις. Διάλεξε τα πιο αγαπημένα του από τα ποιήματά του, τους έδωσε τον τίτλο «Φωνές οι εντός μου» και τόλμησε να πάει στον γνωστό εκδότη. Εκείνος τον έκοψε με τα μάτια καλά καλά, το κοίταξε που στεκόταν μπροστά του κατακκόκινος από ντροπή, δειλός, μαζεμένος, αχαμνός, απεριόριστα σεμνός, όπως τον έκαμε η φύση του δηλαδή, ύστερα έριξε μια γρήγορη ματιά σε μερικά ποιήματα της συλλογής και , χωρίς πολλή καθυστέρηση, του έριξε τον κεραυνό του.
- Αν δεν κάνω λάθος είσαι ο Μάκας; ε; Φιλαράκο, από ήσσονες μικροποιητές έχει γεμίσει η Ελλάδα. Τι μαλακίες είναι αυτά που μου έφερες; Πάρτα και φύγε. Καημένε! Έτσι είναι οι Ποιητές; Άκου Ποιητής ο Μάκας!
Αγκάλιασε τότε αυτός τα χειρόγραφά του κι έφυγε με το κεφάλι σκυμμένο. Εκείνο το σουβλερό καταληκτικό …άκας…άκας…άκας…. ηχούσε οδυνηρά στ’ αυτιά του και στην ψυχή του. Πήγε κι έκατσε κάτω από εκείνη τη μεγάλη βελανιδιά, στη άκρη της συνοικίας. Ύστερα ανέβηκε πάνω της. Έκοψε ένα κομμάτι σκοινί από μια κούνια που είχαν κρεμάσει εκεί τα παιδιά της γειτονιάς. Πέταξε τα χειρόγραφά του στον αέρα.
Ύστερα αιωρήθηκε μεταξύ παντός και μηδενός.
Ένα ραβασάκι κρεμόταν με μια κόκκινη κλωστή δεμένη στον καρπό του δεξιού του:
Αγάπησα τον κόσμο που δεν με χώρεσε.
Δίψασα για αγάπη που για μένα
ποτέ καμιά δεν μου παραχώρησε.
Πείνασα για έρωτα που μου τον αρνήθηκε
ο έρωτας.
Έζησα μ’ ευαισθησία μες σε ανάλγητη κοινωνία.
Δεν μπόρεσα. Δεν χώρεσα. Υποχώρησα.
Κρεμάστηκα κι ολοκλήρωσα
ένα ποίημα, ένα πήδημα
απ' εδώ ως το τίποτα της αιωνιότητας.
Χαίρε κόσμε. Ο Μάκας αιωρείται!
Δίψασα για αγάπη που για μένα
ποτέ καμιά δεν μου παραχώρησε.
Πείνασα για έρωτα που μου τον αρνήθηκε
ο έρωτας.
Έζησα μ’ ευαισθησία μες σε ανάλγητη κοινωνία.
Δεν μπόρεσα. Δεν χώρεσα. Υποχώρησα.
Κρεμάστηκα κι ολοκλήρωσα
ένα ποίημα, ένα πήδημα
απ' εδώ ως το τίποτα της αιωνιότητας.
Χαίρε κόσμε. Ο Μάκας αιωρείται!
Τον κρεμασμένο από τα κλαδιά της βελανιδιάς πρώτη τον αντίκρισε η Μελπομένη , εκείνη.
-Ο Μάκας! Ο Μάκας κρεμάστηκε! φώναζε αλλόφρων.
Όταν έτρεξαν κι έφτασαν κοντά στον κρεμασμένο πολλές από εκείνες της εφηβικής παρέας, είδαν την Μελπομένη γονατισμένη μπροστά στο αιωρούμενο όμορφο πτώμα, ανάμεσα σε λυγμούς , με σκεπασμένο το πρόσωπο από τους βοστρύχους των μαλλιών της, να απαγγέλει μεγαλόφωνα:
«Σ’ αγαπώ, τι μπορώ, ακριβέ, να σου πω, πιο βαθύ, πιο απλό, πιο μεγάλο».
Αλλά ήταν τόσο αργά…τόσο αργά γι’ αγάπη πλέον.
--------------------------------
Γιώργης Δρυμωνιάτης
--------------------------------
