Τρίτη 20 Μαΐου 2014

Η αγωνία ...της γάτας.....!!!!

Πέρα μακρυά στο ορίζοντα είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει από τα μολυβένια σύννεφα που σκέπαζαν τον Μαγιάτικο ουρανό.
Την πρώτη αστραπή διαδέχθηκε μια μεγαλοπρεπής βροντή και οι πρώτες χοντρές στάλες άρχισαν να πέφτουν και να ποτίζουν την ανθισμένη γή....


Ο Μιμίκος, ο ελαφρώς άγριος και πονηρός γατούλης του κυρ-Απόστολου, την είχε κοπανήσει από το μεσημέρι και αλήτευε στις γειτονιές, ως συνήθως, προσπαθώντας να πιάσει νέους φίλους και φίλες στα πλαίσια της πολυτάραχης και περιπετειώδους γατίσιας ζωής του.....

Μόλις τον άγγιξαν οι πρώτες ψιχάλες άρχισε να τρέχει απελπισμένα προς την πόρτα του σπιτιού του κυρ-Απόστολου. Μόλις έφτασε είδε απελπισμένος ότι η πόρτα ήταν κλειστή και από μέσα δεν φαινόταν κανένα φώς που να δείχνει ότι κάποιος ήτανε μέσα....

Άρχισε να πηδάει πάνω στην πόρτα, να βγάζει τα νύχια και να την γρατζουνάει και να νιαουρίζει χωρίς σταματημό, μπας και τον ακούσει το αφεντικό του και γλυτώσει το μούσκεμμα.....

Σε μια ύστατη και ζογκλερική προσπάθεια κατάφερε να πιαστεί από το καγκελωτό παράθυρο με το διαφανές τζαμάκι της πόρτας και να κοιτάξει μέσα στο σπίτι. Είδε τότε το αφεντικό του τον κυρ-Απόστολο να κάθεται στο τραπεζάκι του να πίνει το καφεδάκι του ανενόχλητος και να καπνίζει το τσιγάρο του χωρίς να δίνει καμία σημασία στον απελπισμένο αγώνα του ανέμελου γάτου του........

Τα νύχια του κόντευαν να ματώσουν από την προσπάθεια, το κεφάλι του είχε βαρύνει πολύ, και οι χοντρές στάλες κυλούσαν ασταμάτητα πάνω στο άλλοτε περήφανο τρίχωμα του μουσκεύοντας το και κάνοντας το σώμα του πολύ βαρύ για να κρατηθεί από το αδύναμο καγκελάκι του δικτυωτού του παραθύρου της πόρτας.

Αδυνατόντας να κρατηθεί περισότερο άφησε το σώμα του να πέσει πάλι στο έδαφος και απελπισμένος τελείως έτρεξε να καλυφθεί από την βροχή σε μια προεξοχή του σπιτιού που τον προφύλασσε κάπως. Εκεί κούρνιασε όσο μπορούσε καλύτερα χώνοντας το κεφάλι ανάμεσα στα δύο μπροστινά του πόδια κι απόμεινε έτσι μέχρι που σταμάτησε να βρέχει....

Ο ήλιος αντικατάστησε την βροχή και άρχισε να απλώνει τις ηλιαχτίδες του τριγύρω και να στεγνώνει ότι είχε ποτίσει η βροχή.

Ο Μιμίκος σηκώθηκε δειλά-δειλά και άρχισε να τινάζει το σώμα του από το νερό της βροχής που είχε απομείνει στο τρίχωμα του και να νοιώθει τις ακτίνες του ήλιου να του ζεσταίνουν το σώμα γλυκά...

Ύστερα κοίταξε και είδε ότι η πόρτα του αφεντικου του είχε ανοίξει. Δειλά-δειλά προχώρησε και μισοκοίταξε μέσα. Μετά προχώρησε καμαρωτός πέρασε την πόρτα και προχώρησε προς το αφεντικό του προσπαθώντας να τον πλησιάσει και να τριφτεί στα πόδια του....

Εκείνος τον αγνόησε και κουνώντας του το δάχτυλο του είπε :
- Είδες τι έπαθες όταν αγνοείς το αφεντικό σου και γυρίζεις εδώ και εκεί και δεν δίνεις σημασία στο σπίτι που μένεις...
-Και να θυμάσαι ότι είναι η τελευταία φορά που άνοιξα την πόρτα...
-Την άλλη φορά θα κλείσει ..για πάντα... γιατί αφεντικό σε αυτό το σπίτι είμαι εγώ.....

-Εσύ απλά είσαι ο ..γάτος...!!!
--------------------------------------
Αντώνης Λαμπρινίδης
-------------------------------------