Σάββατο 11 Μαΐου 2013

Η ΜΟΝΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΥΘΗΡΩΝ

Ο  Όσιος  Θεόδωρος, προστάτης  των  Κυθήρων, σύμφωνα  με  το  βίο  του,  γεννήθηκε  στην  Κορώνη  μεταξύ  των  ετών  870-890. Μεγάλωσε  και  σπούδασε  στο  Ναύπλιο,  όπου  παντρεύτηκε  και  απέκτησε  δύο  παιδιά.  Η  επιθυμία  του  να  μονάσει  τον  έφερε  στη  Ρώμη  και  κατόπιν  στη  Μονεμβασία,  όπου  κλείστηκε  σ’ ένα  κελί  της  εκκλησίας  της  Θεοτόκου  της  Διακονίας.  

 Από το πανηγύρι του Οσίου στις 12-5-1961

Από  εκεί  ήρθε  στα  Κύθηρα  περί  το  921,  όταν  η  νήσος  ήταν  <<έρημος  και  αοίκητος>> λόγω  των  επιδρομών  των  Σαρακηνών  της  Κρήτης  και  μόνασε  στον  παλαιό  χριστιανικό  ναό  των  αγίων  Σεργίου  και  Βάκχου,  ο  οποίος  φαίνεται  είχε  ιδρυθεί  στη  θέση  ειδωλολατρικού  ναού  προς  τιμήν  του  Διονύσου.

Ο Όσιος Θεόδωρος αριστερά δέεται για την οχυρωμένη πολιτεία των Κυθήρων. Δεξιά ο άγιος Ρόκκος των καθολικών. Και οι δύο ήσαν προστάτες των πανωλόβλητων. Εικόνα από το ναό του Φρουρίου της Χώρας περί το 1700.

Το  922,  στις  12  Μαϊου  ο  Όσιος  Θεόδωρος  απέθανε  και  λίγο  καιρό  μετά  το  θάνατό  του  ναύτες  περαστικοί  από  τα  Κύθηρα  βρήκαν  άθικτο  το  λείψανό  του.  Τρία  χρόνια  αργότερα,  το  925,  Μονεμβασιώτες  έθαψαν  το  λείψανο  του  αγίου.  Η  παλιά  εκκλησία  των  αγίων  Σεργίου  και  Βάκχου  ξαναχτίστηκε  από  Μονεμβασιώτες  και  αφιερώθηκε  στον  Όσιο  Θεόδωρο.  Με  την  πάροδο  του  χρόνου  δημιουργήθηκε  μοναστήρι,  το  οποίο  απέκτησε  περιουσία,  την  οποία  καλλιεργούσαν  οι  ιερωμένοι,  κοσμικοί  και  μοναχοί.

Η λιτανεία με τους μαθητές του Γυμνασίου Κυθήρων 12-5-1975

Το  χρονικό  του  Κυθήριου  μοναχού  Χειλά  αποτελεί  πολυ-τιμότατη  πηγή  για  την  ιστορία  του  μοναστηριού.  Είναι  μια  έκθεση-  αναφορά  προς  τους  Βενιέρους,  η  οποία  εγράφη  περί  το  1460.  Σύμφωνα  με  το  χρονικό,  το  μοναστήρι  ανήκει  στη  δικαιοδοσία  των  Λατίνων  φεουδαρχών  Βενιέρων,  στους  οποί-ους  κατέβαλαν  ετήσιο  φόρο  από  τα  εισοδήματα  της  μονής.  Κατά  τα  μέσα  του  14ου  αι.  το  μοναστήρι  αναλαμβάνει  κά-ποιος  πρωτοπαπάς  Νοταράς.

Η αγία κάρα στην παλιά ασημένια λειψανοθήκη της.

Γύρω  στα  1630  ο  επίσκοπος  Κυθήρων  Αθανάσιος  Βαλερια-νός  ανακαίνισε  το  ναό  του  Οσίου,  στον  οποίο  έγιναν  διάφο-ρες  μετατροπές  και  προσθήκες.  Πάνω  από  την  κυρία  είσοδο  εντοιχίστηκε  εντυπωσιακός  θυρεός  με  αναμνηστική  πλάκα  η  οποία  φέρει  την  επιγραφή <<ΕΠΤΑΣΟ  ΤΟΙΣ  ΔΙΟΝΥΣΙΑΚΟΙΣ  ΑΘΑΝΑΣΙΕ  ΠΡΟΦΡΩΝ  ΑΓΛΑΪΣΙ  ΠΤΙΛΟΙΣ  ΥΨΙΘΡΟΝΩ  ΤΕ-ΜΕΝΕΙ.  ΟΞΥΤΑΤΟΙΣ  ΔΕ  ΜΑΚΑΡ  ΑΡΕΤΑΩΝ  ΒΕΝΘΕΣΙΝ  ΑΥΘΙΣ  ΛΗΨΗ  ΦΩΣ  ΑΠΛΕΤΟΝ  ΤΡΙΑΔΟΣ  ΟΥΡΑΝΙΟΥ>>  Μια  απόπειρα  να  αποδοθεί  σε  ελεύθερη   μετάφραση  το  ανωτέρω  επίγραμμα  είναι  η  εξής:
«Αθανάσιε  ζηλωτή, πέταξες  ψηλά  με  λαμπρά  φτερά  και  ξε-πέρασες  τη  Διονυσιακή  λατρεία  και  ανέδειξες  τον  παλιό  ναό  του  Διονύσου  σε  περίλαμπρο  τέμενος.  Με  το  άπειρο  δε  βάθος  της  αρετής  σου  θα  λάβεις  άπλετο  το  φως  της  ουρανίου  Τριάδος»

Η λιτανεία στις 12-5-1987

Κατά  καιρούς   το  μοναστήρι  οργάνωνε  διάφορες  «ζητείες» για  να  αντιμετωπίσει  τα  έξοδα  του  ναού.  Γύρω  από  το  μο-ναστήρι  δημιουργήθηκε  οικιστικός  χώρος  που  τον  κατοικού-σαν  οι  οικογένειες  των  ιερέων.  Σύμφωνα  με  αρχειακές  μαρ-τυρίες  κατά  το  1695  η  μονή  αριθμούσε  10  κελιά  με  μοναχές  και  δόκιμες, τελεί  δε  υπό  την  άμεση  εποπτεία  του  επισκόπου  Κυθήρων,  στον  οποίο  υποχρεούται  ο  εκάστοτε  εφημέριος  να  δίνει  λεπτομερή  αναφορά  για  κάθε  ζήτημα.

Εξ  άλλου  ο  εκάστοτε   επίσκοπος  αναθέτει  την  εφημερία  και   φροντίζει  για  την  περιουσία  του  ναού. Έτσι  στο  ληξιαρχικό  αρχείο  αναφέρεται  «η  επισκοπική  εκκλησία  του  αγίου  Θεοδώρου.»  Κατά  την  περίοδο  1762-1808  ηγούμενος  της  μονής  διετέλεσε  ο  παπά- Μελέτιος  Σοφιανός,  ο  οποίος  ανήκει  σε  μια  από  τις  πιο  ισχυρές  οικογένειες  της  Μονεμβασίας.

Ο εντυπωσιακός θυρεός πάνω από την είσοδο με την αναμνηστική πλάκα με το όνομα του Επισκόπου Κυθήρων Αθανάσιου Βαλεριανού περί το 1630.  
Τα δύο ιερότερα κειμήλια του Κυθηραϊκού λαού.
Η παλαιά εικόνα του Οσίου Θεοδώρου με το επιχρυσωμένο αργυρό ένδυμα, έργο του Νικολάου Σπιθάκη, του καλλιτέχνη της Μυρτιδιώτισσας, περί το 1835.

Άλλοι  εφημέριοι  που  υπηρέτησαν  τη  μονή  κατά  τον  18ο  και  19ο  αι.  είναι  ο  παπά  Αντώνιος  Φατσέας,   ο  παπά  Γιώργης  Χαραμουντάνης,  ο  παπά  Νικόλας  Χαραμουντάνης,  ο  παπά  Δημήτρης  Χαραμουντάνης,  ο  ιερομόναχος  Νικόλαος  Πρινέας,  ο παπά  Ιωάννης

Στον  περίβολο  της  μονής  λειτούργησε  κατά  τους  χρόνους  της  Αγγλοκρατίας  η  περίφημη  «Αλληλοδιδακτική  Σχολή  του  αγίου  Θεοδώρου  της   Αρχιεπισκοπής». 
-----------------------------------
ΕΛΕΝΗ ΧΑΡΟΥ-ΚΟΡΩΝΑΙΟΥ
-----------------------------------